Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Η περιοχή στην οποία εκτείνεται σήμερα το Παρίσι, στην αρχαιότητα ονομαζόταν Lutezia και αποτελούσε ρωμαϊκό οικισμό. Τότε, εμφανίστηκαν εκεί τα πρώτα λατομεία από τα οποία εξόρυσσαν γύψο και ασβεστόλιθο για την κάλυψη δομικών αναγκών. Με την πάροδο των αιώνων, ο οικισμός μεγάλωνε ώσπου μετατράπηκε σε γαλλικό Παρίσι. Κάπου εδώ, ξεκινάει το ταξίδι μας στο χρόνο, κατεβαίνοντας μερικά μέτρα κάτω από τη γη, σε ύψος δύο ορόφων περίπου…

Η εξερεύνηση  λαμβάνει χώρα στα μη επισκέψιμα για το κοινό τμήματα των κατακομβών. Μπροστά μας εκτείνονται πολλοί στενοί λαβύρινθοι, με ελάχιστα σημεία να είναι πιο ευρύχωρα. Τα τοιχώματα από ασβεστόλιθο και το μειωμένο οξυγόνο στις σήραγγες, προσδίδουν μια ιδιαίτερη οσμή και πρωτόγνωρη αίσθηση. Το δίκτυο των κατακομβών άρχισε να γιγαντώνεται κατά τον 12ο αιώνα. Τα λατομία επεκτάθηκαν και εμβαθύνθηκαν για να καλύψουν τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες της γαλλικής οικονομικής ανάπτυξης. Ειδικότερα από τον 16ο αιώνα και ύστερα, όσοι είχαν ανάγκη για δουλειά συνέρρεαν στην πόλη, η οποία επεκτεινόταν διαρκώς. Κατά τον 17ο αιώνα, είχε πλέον δημιουργηθεί μια ολόκληρη πόλη κάτω από την πόλη. Στις αρχές του 18ου αιώνα, μέχρι τα κοιμητήρια ήταν πολύ συνωστισμένα, ενώ ορισμένοι γιατροί άρχισαν να παρατηρούν ότι ίσως αυτό να ευθύνεται για την έξαρση στη μετάδοση πολλών και διαφορετικών ασθενειών. Τότε ανέκυψε το λογικό ερώτημα: Τι πρέπει να γίνει με όλα αυτά τα πτώματα; Οι αρχές του Παρισιού επέλεξαν έναν εύκολα προσβάσιμο τόπο κάτω από την πεδιάδα Montrouge, τα πρώην λατομεία Tombe-Issoire. Η προετοιμασία του χώρου και η οργάνωση της μεταφοράς οστών ανατέθηκε στον Charles Axel Guillaumot, επιθεωρητή του Τμήματος Γενικής Επιθεώρησης Λατομείων. Αυτό το τμήμα, ιδρύθηκε στις 4 Απριλίου 1777, από τον Louis XVI, με σκοπό την ενοποίηση των εγκαταλελειμμένων λατομείων μετά από μεγάλες καταρρεύσεις του εδάφους κάτω από το Παρίσι, στα μέσα του 18ου αιώνα.

Οι πρώτες εκκενώσεις πραγματοποιήθηκαν τη διετία 1785 – 1787 και αφορούσαν το μεγαλύτερο νεκροταφείο του Παρισιού, το νεκροταφείο Saints-Innocents, το οποίο είχε κλείσει ήδη από το 1780, ύστερα από διαδοχική χρήση για σχεδόν δέκα αιώνες. Τα οστά από τους τάφους, τους μαζικούς τάφους και τα οστεοφυλάκια μεταφέρονταν τις νύχτες, για να αποφευχθούν οι εχθρικές αντιδράσεις από τον παρισινό πληθυσμό και την Εκκλησία. Πρώτα τα πετούσαν στις σήραγγες μέσα από φρεάτια και ύστερα οι εργάτες του λατομείου φρόντιζαν τη διανομή τους στις στοές. Αυτές οι εργασίες συνεχίστηκαν μετά τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι το 1814, με στόχο την πλήρη αποσυμφόρηση των νεκροταφείων της πόλης. Συνεχίστηκαν και πάλι το 1840, κατά τη διάρκεια της αστικής ανακαίνισης. Αυτή χρονιά θεωρείται έτος – σταθμός για τη γαλλική αρχιτεκτονική και το σχέδιο πόλης, καθώς ο Napoleon IIΙ αποφάσισε την ολική ανακαίνιση του Παρισιού. Σύμφωνα με το σχέδιό του, ανοίχτηκαν λεωφόροι, χτίστηκαν καινούρια κτίρια, νέα νεκροταφεία στα περίχωρα κ.ά. Υψίστης σημασίας σε αυτό το εγχείρημα ήταν η συμβολή του Georges-Eugène Haussmann, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια της σημερινής γαλλικής πρωτεύουσας.

Εκτιμάται ότι στην υπόγεια αυτή πόλη, βρίσκονται τα οστά περίπου 6.000.000 Γάλλων. Στις 7 Απριλίου 1786, ο τόπος αυτός θεωρήθηκε ως το «Δημοτικό Οστεοφυλάκιο του Παρισιού» και, από εκείνη τη στιγμή και μετά, πήρε το μυθικό όνομα «Κατακόμβες», σχετιζόμενο με τις ρωμαϊκές κατακόμβες, οι οποίες είχαν συναρπάσει το κοινό από την ανακάλυψή τους. Από το 1809, οι κατακόμβες έγιναν επισκέψιμες για το κοινό, κατόπιν ραντεβού. Μερικές από τις μεγάλες προσωπικότητες που ξεναγήθηκαν εκεί, ήταν ο Κόμης του Artois, ο μετέπειτα βασιλιάς της Γαλλίας, Charles Χ, ο Αυστριακός αυτοκράτορας Francis I και ο Napoleon III με τον γιο του. Κατά τον 20ο αιώνα, οι Γάλλοι αξιοποίησαν τμήματα των υπόγειων στοών για την αποθήκευση κρασιού και άλλων προϊόντων, καθώς και για καλλιέργεια μανιταριών.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι κατακόμβες χρησιμοποιήθηκαν τόσο από τους κατακτητές, όσο και από τους αντιστασιακούς. Μετά το πέρας του πολέμου, όλο και περισσότεροι έλκονταν από την υπόγεια ζωή, το μυστήριο, το έγκλημα και την απόλαυση στα βάθη των κατακομβών. Αυτοί, ονομάστηκαν «cataphiles». Οι αρχές του Παρισιού άρχισαν να σφραγίζουν τις εισόδους των στοών και να περιφρουρούν τους χώρους. Ωστόσο, όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να εμποδίσουν τους cataphiles να εισέλθουν στα υπόγεια, αναπτύσσοντας δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, δικά τους κουλτούρα και κανόνες που πρέπει να τηρούνται αυστηρά.

Πλέον υπάρχει ένα τμήμα των κατακομβών ανοιχτό για τους επισκέπτες. Υπολογίζεται ότι οι λαβύρινθοι των κατακομβών ξεπερνούν τα 350 χιλιόμετρα, ωστόσο, επισκέψιμο είναι ένα μικρό μέρος, μόλις 3 χιλιομέτρων περίπου.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:

Έρευνα, Ιωάννα Παπαμιχαήλ (υπεύθυνη του τομέα Εργαστηρίου Έρευνας-Βιβλιοθήκης)

Φωτορεπορτάζ, Αρέτα Κατσούλα (φωτογράφος-φωτορεπόρτερ)

 

Share this!

1 σκέψη για το “Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ”

Γράψτε απάντηση στο ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *