Ο ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης συνεχίζει να απασχολεί πολλούς ανά τους αιώνες με την προδοσία του και το περίφημο, πλέον, Ευαγγέλιο του Ιούδα. Για ορισμένους είναι μια μορφή αμφιλεγόμενη, ένα τραγικό πρόσωπο για την εκπλήρωση του σχεδίου του Θεού, ενώ για άλλους αποτελεί την προσωποποίηση του κακού και της προδοσίας.

Για το προσωνύμιο Ισκαριώτης, υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η μία αφορά την πόλη καταγωγής του, την Ισκαριώφ ή Κεριώθ, ενώ πολύ κοντά σε αυτήν την εκδοχή βρίσκεται η αναφορά στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (6:71) όπου ο Ιούδας αποκαλείται γιος του Σίμωνα Ισκαριώτη. Η τρίτη αιτιολογείται από το ισκάρ, στα εβραϊκά μικρό/κοντό σπαθί, το οποίο κουβαλούσαν οι ζηλωτές πάντα μαζί τους, κρυμμένο κάτω από τα ρούχα τους. Ο Ιούδας ανήκε στους ζηλωτές και αυτό δίνει μία ακόμα αιτιολογία την προδοσία του, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Η υμνολογία της εκκλησίας και η πατερική διδασκαλία δέχονται ως αιτία της προδοσίας του Ιούδα την φιλαργυρία. Ο Ιούδας, μεταξύ των μαθητών, είχε επιφορτιστεί με το χρέος να κρατά το γλωσσόκομον, δηλαδή το ταμείο. Στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, ο ευαγγελιστής κατηγορεί τον Ιούδα ως κλέφτη: «ουχ ότι περί των πτωχών έμελεν αυτώ, αλλ’ ότι κλέπτης ην, και το γλωσσοκόμον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζε». Αυτό το εδάφιο είναι από το περιστατικό όπου σκανδαλίσθηκε ο Ιούδας με το πολύτιμο μύρο που έπλυνε η γυναίκα τα πόδια του Χριστού, καθώς το μύρο ήταν ακριβό και θεώρησε ότι πήγε χαμένο. Πίστευε ότι μπορούσαν τα χρήματα αυτά να αξιοποιηθούν καλύτερα, με ελεημοσύνη στους φτωχούς.

Η εκκλησία δέχεται ότι ο Ιούδας είχε μέσα του τη δολιότητα και πλήρωσε την φιλαργυρία του. Παρακολουθώντας τα Πάθη στα οποία υπεβλήθη ο Χριστός, συνταράχτηκε και δεν άντεξε άλλο από τις τύψεις, μετανόησε και κρεμάστηκε. Ωστόσο, αυτό δείχνει και τον απύθμενο εγωισμό του Ιούδα, καθώς προτίμησε να δώσει τέλος στη ζωή του, παρά να ζητήσει συγχώρεση από τον Χριστό, ακόμα και την ύστατη στιγμή. Σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, ο Χριστός θα τον συγχωρούσε εάν ζητούσε πραγματικά μεταμελημένος συγνώμη, παρά τα Πάθη Του. Μάλιστα η ατέρμονη μεγαλοψυχία του Χριστού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την μικροπρέπεια και τη δολιότητα του Ιούδα κατά την τέλεση του τελευταίου μυστικού δείπνου, όπου πληροφορεί τους μαθητές Του ότι η ψυχή Του είναι λυπημένη έως θανάτου, καθώς ένας από αυτούς θα τον παραδώσει. (Ματθ. κς’ 23). Όταν ο Ιούδας αποτόλμησε να ρωτήσει αν αυτός είναι ο προδότης, έλαβε την απάντηση: «Συ το λέγεις, συ το γνωρίζεις» και συνέχισε ο Κύριος λέγοντας: «Ο μεν Υιός του ανθρώπου υπάγει, καθώς είναι γεγραμμένον περί αυτού ουαί δε εις τον άνθρωπον εκείνον, δια του οποίου ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται καλόν ήτο εις τον άνθρωπον εκείνον, αν δεν ήθελε γεννηθή» (Μάρκ. ιδ’ 21). Ακόμα και αυτήν την στιγμή, ο Χριστός προειδοποιεί τον Ιούδα ότι θα κάνει μέγα σφάλμα και θα μετανιώσει πικρά, δίνοντάς του μια ευκαιρία να μην προχωρήσει σε αυτήν την πράξη.

Στον Συναξαριστή Τριωδίου, όταν ο Ιησούς Χριστός ευλόγησε τον ένζυμο άρτο και το κρασί και τα πρόσφερε στους μαθητές, ο Ιούδας προσλαμβάνοντας άζυμο άρτο και τρώγοντας αυτό ως θυσία, εισήλθε μέσα του ο σατανάς και τον κυρίευσε. Ο μυστικός δείπνος έλαβε χώρα την ημέρα Πέμπτη, όταν ακόμα χρησιμοποιούσαν ένζυμο άρτο. Τα άζυμα ξεκινούσαν την Παρασκευή, για αυτό και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στη θεία κοινωνία χρησιμοποιούμε ένζυμο άρτο, όπως αυτόν που ευλόγησε ο Χριστός.

Ουσιαστικά, ο Ιούδας κοινώνησε αναξίως και για αυτό ο δαίμονας μπόρεσε να τον καταλάβει.  Αμέσως πήγε να βρει τους ιερείς για να λάβει τα τριάντα αργύρια και να παραδώσει τον Χριστό. Από τη μία πλευρά, αυτή η αναφορά μπορεί να ερμηνευτεί κατά κυριολεξία, ότι δηλαδή πραγματικά ο Ιούδας καταλήφθηκε από τον σατανά καθώς δεν «μετέλαβε» τιμώντας τη θυσία και την ευλογία του Κυρίου και έτσι προχώρησε στις μετέπειτα πράξεις του. Από την άλλη πλευρά, η εκκλησία μάς μιλά πολλές φορές με αλληγορίες και παραβολές, οπότε ίσως η φιλαργυρία προσωποποιείται σε ένα δαιμόνιο, ώστε να ληφθεί από τους πιστούς το μήνυμα για την μεγάλη αυτή αμαρτία (δηλ. της φιλαργυρίας). Πολλές φορές τα πάθη προσωποποιούνται σε κάποιο δαίμονα.

Στους φιλολογικούς και φιλοσοφικούς κύκλους, τα κίνητρα των γεγονότων είναι διαφορετικά. Ο Ιούδας ήταν μέλος των ζηλωτών, οι οποίοι επιθυμούσαν την επανάσταση ενάντια στους Ρωμαίους και τον ερχομό ενός βασιλιά κοσμικού, όχι πνευματικού, ο οποίος θα τους απελευθέρωνε από τον ρωμαϊκό ζυγό και θα έφερνε ευημερία. Πίστευε πραγματικά ότι στο πρόσωπο του Ιησού βρήκαν τον βασιλιά που περίμεναν, αλλά δεν κατανοούσε ότι ο Χριστός δεν θα ήταν βασιλιάς σε αυτόν τον υλικό κόσμο, αλλά μιλούσε για τη βασιλεία των ουρανών. Θεωρούσε, λοιπόν, ότι αν ο Χριστός βρισκόταν σε τόσο μεγάλη απειλή, όπως η σταύρωση, θα χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του για να γλιτώσει από αυτή τη διαδικασία και έτσι θα ξεκινούσε η επανάσταση. Αργότερα, βλέποντας ότι η τροπή των γεγονότων ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που περίμενε και αντιλαμβανόμενος ότι καταδίκασε έναν αθώο σε φριχτά βασανιστήρια και θάνατο, δεν άντεξε τις τύψεις και αυτοκτόνησε.

Σε αυτήν την εποχή, λοιπόν, υπήρχαν οι Γραμματείς, οι Φαρισαίοι, οι Σαδδουκαίοι και οι Εσσαίοι οι οποίοι ήταν θρησκευτικές ομάδες, ενώ οι ζηλωτές αποτελούσαν πολιτικό κύκλο. Αυτή η εκδοχή, απαντάται σε ορισμένους φιλολογικούς και φιλοσοφικούς κύκλους, χωρίς όμως να υπάρχουν απτές αποδείξεις.

Σκάναρε και ακολούθησε το νήμα της έρευνας:

Έρευνα, Ιωάννα Παπαμιχαήλ (υπεύθυνη του τομέα Εργαστηρίου Έρευνας-Βιβλιοθήκης) και Ευάγγελος Ρωσσόπουλος (θεολόγος)

 

 

Share this!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *