ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΥΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΣΙΙΤΩΝ

Ως Μουσουλμάνοι ορίστηκαν όσοι πίστευαν ότι ο Μωάμεθ ήταν ο αγγελιοφόρος του Θεού. Η λέξη «Μουσουλμάνος» είναι αραβικής προελεύσεως και σημαίνει «αυτός που υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού». Η πράξη της υποταγής είναι το Ισλάμ, το οποίο έγινε το όνομα της θρησκείας.

Αν και υπάρχουν πολλές θρησκευτικές σέκτες, ο Σουνισμός και ο Σιισμός αποτελούν τις δύο επικρατέστερες. Οι Σουνίτες και οι Σιίτες συμφωνούν στις περισσότερες θεμελιώδεις πεποιθήσεις και πρακτικές του Ισλάμ. Ωστόσο, ο βασικός διαχωρισμός τους αφορά το ποιος πρέπει να θεωρείται ο διάδοχος του Προφήτη Μωάμεθ.

Οι Σουνίτες αποτελούν το 85 έως 90% του μουσουλμανικού κόσμου και αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία σε περισσότερες από 40 χώρες. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι η έμφαση που δίνεται στη «Σούνα», δηλαδή στην παράδοση, καθώς και η πιστή τήρηση του Κορανίου. Άλλωστε από εκεί προέρχεται και η ονομασία τους.

Από την άλλη πλευρά, οι Σιίτες αποτελούν το 15% του μουσουλμανικού κόσμου, αντιπροσωπεύοντας την πλειοψηφία του πληθυσμού κυρίως στο Ιράν, το Ιράκ, το Μπαχρέιν και το Αζερμπαϊτζάν. Η ονομασία τους προέρχεται από το «Σι΄ατ Αλί» που σημαίνει «οι ακόλουθοι του Αλί». Για αυτούς ο Αλί, ο γαμπρός του Μωάμεθ, θεωρείται ο διάδοχός του.

Η διαμάχη και οι διαφορές μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών

Ο Προφήτης Μωάμεθ πέθανε στις 8 Ιουνίου του 632 και ποτέ δεν επέλεξε έναν διάδοχο. Μετά το θάνατο του δημιουργήθηκε η ανάγκη ανάδειξης ενός νέου ηγέτη. Η πλειοψηφία των πιστών επέλεξε τον Αμπού Μπαρκ, ο οποίος υπήρξε στενός φίλος αλλά και πεθερός του Μωάμεθ, καθώς ήταν ο πατέρας της συζύγου του, Αΐσα. Ο τίτλος που απέδωσε ο Αμπού Μπαρκ στον εαυτό του ήταν χαλίφης, δηλαδή ο διάδοχος του αγγελιοφόρου του Θεού.

Ωστόσο, μια μικρότερη ομάδα μουσουλμάνων υποστήριξε ότι διάδοχος του Μωάμεθ έπρεπε να γίνει ο ξάδερφος και γαμπρός του, Αλί. Η ομάδα αυτή πίστευε ότι η διαδοχή του Προφήτη έπρεπε να οριστεί με βάση το χαρακτηριστικό της κληρονομικότητας. Έτσι, ξεκίνησε η διαμάχη μεταξύ των δύο σεκτών. Αν και οι διαφορές ήταν στην αρχή πολιτικές, μετέπειτα προστέθηκαν και θρησκευτικές διαφορές.

Εν τέλει ο Αλί έγινε ο τέταρτος χαλίφης. Οι προστριβές διογκώθηκαν όταν δολοφονήθηκε ο γιος του, Χουσεΐν, στη μάχη της Καρμπάλα του Ιράκ. Οι Σιίτες μπορεί να ηττήθηκαν αλλά διατήρησαν τις κοινότητές τους σε διάφορες περιοχές. Οι Σουνίτες, αφού επικράτησαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους ως «ορθόδοξους» μουσουλμάνους.

Εκτός από τη βασική διαφορά, οι Σουνίτες τιμούν με σεβασμό τους τέσσερις πρώτους χαλίφηδες, γνωστοί ως Χαλιφάτο Ρασιντούν ή Πατριαρχικό Χαλιφάτο. Ως πρώτος χαλίφης αναγνωρίζεται ο προαναφερθέντας Αμπού Μπαρκ, ως δεύτερος ο Ομάρ, ως τρίτος ο Οθμάν και ως τέταρτος, όπως αναφέρθηκε, ο Αλί.

Αυτοί οι τέσσερις άντρες ανέλαβαν τον ρόλο της διάδοσης του Ισλάμ αλλά και της υποταγής των αραβικών φυλών που είχαν απομακρυνθεί από την ισλαμική κοινότητα. Αντίθετα, οι Σιίτες τιμούν τους 12 πρώτους ιμάμηδες, εκ των οποίων ο πρώτος είναι ο γενάρχης της δυναστείας, Αλί και ο τελευταίος ο Μοχάμεντ αλ Μαχντί. Σύμφωνα με τους Σιίτες, οι ιμάμηδες δεν είναι απλώς βοηθοί του Προφήτη αλλά έχουν θεϊκή προέλευση και τον εκπροσωπούν πάνω στη γη.

Διαφορές σημειώνονται και στην άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων. Οι Σουνίτες προσεύχονται πέντε φορές τη μέρα και τηρούν τις γραφές του Κορανίου. Επιπλέον, συνεχίζουν να παραμένουν πιστοί απέναντι στην παράδοση «Σούνα», η οποία αποτελείται από έξι «Χαντίθ».

Μέσα στις Χαντίθ περιλαμβάνονται οι πράξεις και τα λόγια του Προφήτη Μωάμεθ. Οι Σιίτες με τη σειρά τους προσεύχονται τρεις φορές τη μέρα, ενώ ακολουθούν μια διαφοροποιημένη έκδοση των Χαντίθ. Βέβαια, για αυτούς σημαντικότερα θεωρούνται τα κηρύγματα του Αλί.

Άλλη μια διαφορά σημειώνεται στην αποδοχή της «Μούτα» (Mutʿah), δηλαδή του προσωρινού γάμου. Μόνο οι Σιίτες αποδέχονται αυτό το είδος γάμου. Ο γάμος αυτός είναι μια ιδιωτική συμφωνία που συνάπτεται για καθορισμένο χρονικό διάστημα. Συνήθως το χρησιμοποιούσαν οι άντρες που  ταξίδευαν πολύ λόγω του επαγγέλματός τους, όπως οι έμποροι.

Όταν έφταναν σε ένα μέρος και έμεναν για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μπορούσαν να συνάψουν αυτόν το γάμο με μια ανύπαντρη ή χείρα γυναίκα. Όταν ο σύζυγος έπρεπε να φύγει ή αν υπήρχε κάποιος άλλος λόγος, ο γάμος τελείωνε. Οι Σουνίτες όμως δεν την αποδέχονται. Ισχυρίζονται ότι ο Μωάμεθ είχε ακυρώσει αυτή την πρακτική, καθώς τη καταγγέλλουν ως απλή πορνεία.

Σύγχρονη εποχή και οι συνεχείς εντάσεις

Οι σχέσεις των δύο οξύνθηκαν για ακόμα μια φορά μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι για πρώτη φορά όρισαν σύνορα στα αραβικά προτεκτοράτα, βάζοντας θεμέλια για τη μετέπειτα δημιουργία εθνικών κρατών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Γεγονός ορόσημο για την επιδείνωση των σχέσεων αποτέλεσε η Ιρανική επανάσταση του 1979 όπου θεωρήθηκε η απαρχή της ριζοσπατικοποίησης του Σιιτικού Ισλάμ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχιζόμενη σύγκρουση ανάμεσα στο Σιιτικό Ιράν και στη Σουνιτική συντηρητική Σαουδική Αραβία για το ποιος θα έχει τα ηνία στην πλούσια σε πετρέλαιο Μέση Ανατολή και στις γύρω περιοχές.

Άλλωστε η διαμάχη των Σουνιτών και των Σιιτών ήταν η αιτία να τροφοδοτήσουν έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, στην Υεμένη, το Ιράν, το Ιράκ και σε άλλες περιοχές. Οι εντάσεις αυξήθηκαν και στις αρχές του 21ου αιώνα λόγω της ακραίας πολιτικοποίησης του Ισλάμ αλλά και της ανόδου των φονταμενταλιστών.

Παρά τον μακροχρόνιο διχασμό, πρέπει να ειπωθεί ότι οι δύο σέκτες συνυπήρχαν σε σχετική ειρήνη για πολλούς αιώνες. Συνεπώς αυτό ίσως να υποδηλώνει ότι οι μάχες τους έχουν λιγότερη σχέση με τη θρησκεία από ότι με την απόκτηση δύναμης στην ευρύτερη περιοχή.

Πάντως ένα από τα κοινά που ενώνει τους Σουνίτες με τους Σιίτες, όσον αφορά την άσκηση της θρησκείας, είναι η τήρηση των πέντε Πυλώνων της πρακτικής του Ισλάμ. Ο κάθε Μουσουλμάνος θα πρέπει να ομολογεί ότι δεν υπάρχει κάποιος άλλος Θεός εκτός από τον Αλλάχ και ότι ο αγγελιοφόρος του είναι ο Μωάμεθ.

Θα πρέπει να προσεύχεται, να νηστεύει κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού και να προσφέρει ένα συγκεκριμένο μέρος του εισοδήματος του σε φιλανθρωπίες. Τέλος, θα πρέπει να πραγματοποιήσει το χατζ, δηλαδή το προσκύνημα, στη Μέκκα τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του.

Γεωργία Γαϊδατζή, Δημοσιογράφος

 

Share this!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *