ΠΟΙΕΣ ΗΤΑΝ ΟΙ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ;

Μελετήθηκαν οι ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ και τον ρόλο της τροφής ως στοιχείο πολιτισμού, σε συνάρτηση με κοινωνικές, γεωγραφικές και οικονομικές παραμέτρους. Στο συγκεκριμένο άρθρο, λοιπόν, παρουσιάζονται στοιχεία για τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων. Καθώς και για τις πεποιθήσεις τους όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στη διατροφή και την υγεία, με βάση την κλασική γραμματεία.

Επίσης, εξετάζονται οι νεωτερισμοί που εισήχθησαν στους μεσαιωνικούς και νεότερων χρόνους, όπως και τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ελληνικής διατροφής. Οι διατροφικές συνήθειες που επικράτησαν στο Αιγαίο τα μέσα του 20ουαιώνα αποτέλεσαν τη βάση της μεσογειακής δίαιτας.

Από τις πιο παλιές γραπτές πηγές είναι τα αρχεία πάνω στις πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Γραφής από τα μυκηναϊκά χρόνια. Πρόκειται για καταλόγους, που αναφέρονται μόνο τα τρόφιμα που αποτελούσαν προϊόντα ανταλλαγής ή και φορολόγησης, όπως το σιτάρι, το λάδι και άλλα. Το γεγονός ότι δεν αναφέρονται καθόλου τα λαχανικά, δεν σημαίνει ότι δεν έτρωγαν λαχανικά, αλλά ότι απλά δεν τα θεωρούσαν ανταλλάξιμο προϊόν.

Οι περισσότερες πληροφορίες για τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. προέρχονται από τα Ομηρικά έπη. Τα τρόφιμα, ο τρόπος που τα παρασκεύαζαν αλλά και οι συνήθειες των ανθρώπων σχετικά με το φαγητό περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες. Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη που γράφτηκαν κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. δείχνουν τις συνήθειες εκείνης της εποχής γύρω από το φαγητό και το ποτό. Στις περιγραφές του Αριστοφάνη οφείλεται το γεγονός ότι ο μάγειρας γίνεται μια πολύ σημαντική μορφή στο θέατρο.

Ο Ιπποκράτης και ο Πλάτωνας για τη διατροφή

Η σημασία όμως της σωστής διατροφής τονίζεται στα έργα του Ιπποκράτη, του πιο φημισμένου γιατρού του 5ου π.Χ. αιώνα. Στα φιλοσοφικά συγγράμματα του Πλάτωνα, γίνεται φανερό πόσο πολύ η διατροφή επηρέαζε σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής στην αρχαία Ελλάδα.

Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, οι Έλληνες διατήρησαν τα γενικά στοιχεία του γαστρονομικού πολιτισμού της αρχαιότητας. Έτσι, παρά τις τεχνολογικές προόδους και τους νεωτερισμούς που μεσολάβησαν, οι κώδικες κατανάλωσης τροφής των χωρικών στις αρχές του περασμένου αιώνα αντανακλούσαν έναν λιτό τρόπο διατροφής. Βασισμένο πάντα στα τοπικά προϊόντα και την εποχικότητα. Ο τρόπος αυτός είχε τις ρίζες του στην αρχαιότητα.

Η ανάπτυξη που γνώρισαν οι ελληνικές πόλεις κατά την αρχαιότητα καθορίστηκε και από τις συνθήκες διατροφής. Το μεσογειακό περιβάλλον, με τη μεγάλη βιοποικιλότητα, παρέχει την εγγύηση για διαιτητική ποικιλία. Παράλληλα, οι γεωργικές δραστηριότητες στον ευρύτερο ελληνικό χώρο δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για διατροφική επάρκεια.

Οι αρχαίοι Έλληνες εκτιμούσαν το καλό φαγητό και ασχολούνταν με την παροχή νέων συνταγών. Έτσι αναπτύχθηκε η γαστρονομία, που είναι η βαθιά γνώση όλων όσων αφορούν τη διατροφή του ανθρώπου ως ο νόμος του στομαχιού και η αρτοποιία. Από την εξέλιξη της μαγειρικής των αρχαίων Ελλήνων, δημιουργήθηκε η ρωμαϊκή κουζίνα. Η οποία με τη σειρά της υπήρξε το υπόστρωμα για να βασιστεί η σύγχρονη, υψηλού επιπέδου, αυθεντική κουζίνα στην Ευρώπη.

Για τη διατροφή των αρχαίων Ελλήνων, είμαστε σε θέση να έχουμε μια σχετικά πλήρη εικόνα. Σε βαθμό που ξεπερνά την αντίστοιχη για την ιστορική περίοδο που ακολούθησε, τον Μεσαίωνα. Οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από τα γραπτά κείμενα που έχουν διασωθεί. Σε συνδυασμό με τα αρχαιολογικά δεδομένα, τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την καθημερινότητα στις ελληνικές πόλεις πριν από δύο και πλέον χιλιετίες.

Η διατροφή στην Αθήνα

Στη συνέχεια, σημαντικό μέρος των πληροφοριών που παρατίθενται για τη διατροφή αναφέρεται συγκεκριμένα στην πόλη της Αθήνας. Ωστόσο, αφορά εξίσου και άλλες ελληνικές πόλεις. Όπως τη Θήβα, την Κόρινθο, την Έφεσο, τη Μίλητο, τις Συρακούσες, τη Σινώπη, τη Λέσβο, τη Ρόδο και άλλες. Κάποιες διαφοροποιήσεις γνωρίζουμε ότι είχε ο τρόπος διατροφής στη Σπάρτη, κυρίως ως προς τα συσσίτια που από κοινού μοιράζονταν οι πολίτες της.

Ο αρχαίος Έλληνας, προτού εξέλθει της οικίας του, με την πρώτη λάμψη του φωτός, έτρωγε κάτι λιτό. Αυτό λεγόταν ακράτισμα και συνήθως αποτελούσε λίγο κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε άκρατο οίνο. Ορισμένες φορές συμπλήρωνε το πρωινό με ελιές και σύκα.

Κατά το μεσημέρι ή προς το απόγευμα, έπαιρνε ένα απλό γεύμα, το άριστον. Κάποιοι έτρωγαν ξανά κάτι το βραδάκι, το εσπέρισμα, αλλά το πλήρες γεύμα το έτρωγαν κανονικά στο τέλος της ημέρας ή αφού έπεφτε ο Ήλιος. Αυτό ήταν το δείπνο, που τελείωνε με τραγήματα (επιδόρπια), δηλαδή φρούτα και ξηρούς καρπούς. Ως επί το πλείστον σύκα, καρύδια και σταφύλια, ή γλυκίσματα.

Εκτός από το καθημερινό δείπνο, υπήρχε και το δείπνο με παρέα φίλων ή γνωστών. Το λεγόμενο συμπόσιο ή εστίαση,όπως η σημερινή συνεστίαση. Οι πιο πλούσιοι διοργάνωναν πολυτελή συμπόσια, για να ψυχαγωγήσουν τους καλεσμένους τους. Για κάποια από αυτά, διαθέτουμε λεπτομερείς περιγραφές των περίτεχνων εδεσμάτων που σερβίρονταν.

Στα περισσότερα σπιτικά, οι διάφορες θρησκευτικές και οικογενειακές γιορτές ήταν επίσης αφορμή για συγκέντρωση φίλων και διοργάνωση ενός συμποσίου, έστω και λιτού. Κάποιες φορές διοργανώνονταν συλλογικά συμπόσια, στα οποία οι συμμετέχοντες συνεισέφεραν με τρόφιμα ή χρήματα.

Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, στην αρχαιότητα το φαγητό και η οινοποσία ήταν ξεχωριστές διαδικασίες. Έτσι, στο πρώτο μέρος του συμποσίου σερβιριζόταν το φαγητό, το οποίο σε γενικές γραμμές ήταν λιτό, ενώ στο δεύτερο μέρος το ποτό. Ωστόσο, οι αρχαίοι Έλληνες έπιναν κρασί και μαζί με το γεύμα. Ενώ στο δεύτερο μέρος, το συνόδευαν με καρύδια, αμύγδαλα, ξηρά σύκα, σταφίδες, κουκιά, ψημένους κόκκους σίτου ή γλυκίσματα. Αυτό γινόταν ώστε να επιμηκύνεται η διάρκεια της οινοποσίας και της συζήτησης που τη συνόδευε.

Η διατροφή στην«Πολιτεία»

Αξίζει να σημειωθεί πως θεωρούσαν ιδιαίτερα ανεπιθύμητη την υπερβολή στο φαγητό. Στο έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία», περιλαμβάνονται οδηγίες προς τους νέους. Πιο συγκεκριμένα, να ακολουθούν μια δίαιτα απαλλαγμένη από καταχρήσεις και να αποφεύγουν να υποκύπτουν στον πειρασμό της υπερβολής στο φαγητό και το ποτό κατά τα συμπόσια. Εκτός από τις επιβλαβείς επιπτώσεις στη σωματική υγεία, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως η «πολυφαγία» προκαλεί «πνευματική νωθρότητα» και «ψυχική οργή».

Το συμπόσιο αποτελούσε έναν αγαπημένο τρόπο ψυχαγωγίας των αρχαίων Ελλήνων. Η συζήτηση βρισκόταν στο επίκεντρο των αρχαίων συμποσίων. Μάλιστα, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναπτύξει στη διάρκειά τους ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, τους συμποσιακoύς διαλόγους.

Γνωστοί εκπρόσωποι του είδους αυτού είναι ο Πλάτωνας (Συμπόσιον), ο Ξενοφώντας (Συμπόσιον), ο Πλούταρχος (Το συμπόσιον των επτά σοφών) και ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί). Από τους διαλόγους που περιλαμβάνονται στο έργο του Αθήναιου Δειπνοσοφισταί πληροφορούμαστε όσα ειπώθηκαν σε ένα πλούσιο ρωμαϊκό συμπόσιο του 1ου μ.Χ. αιώνα.

Όπως προαναφέρθηκε, οι αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν μετρημένα και σπάνια υπέρβαιναν σε υπερβολές. Ωστόσο, η ποικιλία των προϊόντων διατροφής που πωλούνταν στις πόλεις της κλασικής εποχής, φαίνεται ότι ήταν όμοιες. Οι Έλληνες διατηρούσαν τακτικές εμπορικές επαφές με όλες τις περιοχές της Μεσόγειου και, για τα μέτρα της εποχής τους, είχαν διεθνοποιημένες οικονομίες.

Έτσι, στην αγορά της Αθήνας και άλλων πόλεων, οι πολίτες μπορούσαν να βρουν είδη από όλο τον γνωστό τότε κόσμο: δηλαδή μπαχαρικά από τις χώρες της Ασίας, σιτηρά και ξηρούς καρπούς από τον Εύξεινο Πόντο, κρασιά από τα νησιά του Αιγαίου, φρούτα που ήταν εκτός εποχής από τη νότια Ιταλία και την Αφρική.

Επίσης, ο Αθήναιος αναφέρει στο έργο του ότι στην Ελλάδα της κλασικής εποχής υπήρχαν εβδομήντα δύο διαφορετικά είδη ψωμιού. Ένας κοινός τύπος παραδοσιακού ψωμιού, το οποίο έφτιαχναν οι νοικοκυρές στα χωριά από ακοσκίνιστο αλεύρι, ήταν ο κριβανίτης, ένα είδος χωριάτικου ψωμιού, θα λέγαμε, της κλασικής εποχής.

Ο σεμιγδαλίτης ήταν ένα ιδιαίτερο ψωμί, από κοσκινισμένο σταρένιο αλεύρι καλής ποιότητας. Το πιο συνηθισμένο ψωμί ήταν η μάζα, μια κριθαρένια πίτα, πολύ φθηνότερη από τον (σταρένιο) άρτο.

Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν όψον το ψάρι, το κρέας, τις ελιές, το τυρί, το κρεμμύδι, τα τουρσιά και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να συνοδεύσει σε ένα γεύμα τη μάζα. Από τη λέξη όψον προήλθε η σύγχρονη λέξη «ψάρι» (οψάριον), επειδή τα ψάρια ήταν ένα ιδιαίτερο και αγαπημένο είδος όψου.

Η Αθήνα, ιδίως, ήταν φημισμένη για τα αρτοσκευάσματα που πωλούνταν στην αγορά της. Ξακουστές ήταν και οι αθηναϊκές πίτες, για τις οποίες καμάρωναν οι Αθηναίοι. Φτιάχνονταν πίτες αλμυρές, με τυρί, λάδι και διάφορα μυρωδικά και καρυκεύματα, αλλά και πίτες γλυκές, με μέλι. Το μέλι αφθονούσε στις ελληνικές επαρχίες, καθώς, μαζί με το μούστο και το πετιμέζι, ήταν οι βασικές γλυκαντικές ύλες στην αρχαιότητα.

Λαχανικά, ξηροί καρποί και αμπέλια

Οι αρχαίοι Έλληνες συμπλήρωναν  τα γεύματά τους με λαχανικά, τα οποία συνέλλεγαν άγρια ή καλλιεργούσαν, όπως κρεμμύδια, σκόρδα, σπαράγγια, γογγύλια, καρότα, σινάπια, μαρούλια (θρίδακες), λάχανα, πικραλίδες, αγκινάρες και κάππαρη, και τα έτρωγαν ως όψα (προσφάγια) ή τα μαγείρευαν. Φρέσκα λαχανικά ήταν διαθέσιμα στην επαρχία, αλλά όχι τόσο στις αγορές των πόλεων. Ακόμα, έτρωγαν αρακά, φακές, ρεβίθια και άλλα όσπρια, μαγειρεμένα συνήθως με τη μορφή πουρέ, τον επονομαζόμενο έτνο.

Επίσης, εκτιμούσαν ιδιαίτερα τα φρούτα και τους ξηρούς καρπούς, που κατανάλωναν ως επιδόρπια, δηλαδή ως τραγήματα. Τα ξερά σύκα, οι ισχάδες, ήταν ίσως το πιο συνηθισμένο από τα τραγήματά τους. Εκτός από αυτά, έτρωγαν επίσης ρόδια, σταφύλια, δαμάσκηνα, αχλάδια, μήλα, μούσμουλα, μούρα, αμύγδαλα και καρύδια, νωπά ή αποξηραμένα. Η αποξήρανση φρούτων στον ήλιο ήταν διαδεδομένη πρακτική, την οποία φαίνεται πως εφάρμοζαν από τα προϊστορικά χρόνια, όποτε υπήρχε περίσσευα φρούτων. Όπως αναφέρετε σε γραπτά, τα αμύγδαλα ήταν περιζήτητο είδος τραγημάτων.

Η καλλιέργεια του αμπελιού και η οινοποίηση ήταν γνωστές στην περιοχή του Αιγαίου από τη μινωική εποχή. Τόσο οι άνδρες, όσο και οι γυναίκες κατανάλωναν κρασί στη διάρκεια όλων των γευμάτων. Το τυπικό πρωινό περιλάμβανε ψωμί βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί, όπως ανάφερα, συνήθεια που ακολουθούσαν μέχρι πρόσφατα οι χωρικοί στην Ελλάδα.  Για το λόγο αυτό, οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν το πρωινό γεύμα ακράτισμα.

Η οινοποσία στην αρχαία Ελλάδα

Τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας κατανάλωναν πάντα τον οίνο κεκραμένο σε απλά ελληνικά, το κρασί που είναι η ανάμειξή του με νερό, δηλαδή άνδρες και γυναίκες έπιναν κρασί. Παρασκεύαζαν κρασί όχι μόνο από σταφύλι, αλλά και από διάφορα άλλα φρούτα. Γνωστότερος ήταν ο τροχίτης οίνος ή συκίτης, από αποξηραμένα σύκα.

Η οινοποσία ήταν σημαντική μορφή ψυχαγωγίας για τους Έλληνες πολίτες στην αρχαιότητα. Στα συμπόσια, οι συνδαιτυμόνες εξέλεγαν έναν συμποσιάρχη, ο οποίος όριζε πόσα κύπελλα κρασί θα έπιναν, και κυρίως, την αναλογία νερού στο κρασί, επομένως και το ποσοστό οινοπνεύματος στο μείγμα που ετοίμαζαν οι σκλάβοι. Συνετή και ασφαλή θεωρούσαν την αναλογία ενός μέρους κρασιού σε τρία μέρη νερού. Έτσι αραιωμένο το κρασί, μάλλον θα περιείχε αλκοόλ σε ποσοστό περίπου 5-6%, αντίστοιχο με αυτό της μπίρας που πίνουμε σήμερα.

Συστάσεις για οινοποσία με μέτρο στη διάρκεια των συμποσίων (όχι περισσότερο από τρία κύπελλα) υποτίθεται πως είχε δώσει ο ίδιος ο Διόνυσος, δηλαδή αγαπητοί φίλοι μόνο σε τρία ποτήρια ανακατεμένο κρασί με νερό για όσους είναι συνετοί, δηλαδή ένα για την υγεία, το δεύτερο ποτήρι είναι γι’ αγάπη κι ευχαρίστηση, το τρίτο για ύπνο όταν το πιουν οι συνετοί καλεσμένοι τραβούν για τα σπίτια τους, το τέταρτο δεν είναι πια δικό μας ποτήρι, αλλά το πέμπτο της φασαρίας, το έκτο των καβγάδων, το έβδομο των πληγών, το όγδοο είναι για δίκη, το ένατο του θυμού. Το δέκατο της τρέλας….

Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως η οινοποσία προκαλεί ψυχική ανάταση και κάνει τον άνθρωπο καλύτερη παρέα για τους γύρω του. Ο Πλάτωνας, στο έργο του Πολιτεία, εκθειάζει το «δώρο που ο Διόνυσος χάρισε στους ανθρώπους, σαν βοήθεια στη δυσκολία των γερατειών». Γενικά, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το κρασί λειτουργεί ως αντικαταθλιπτικό και μειώνει τα συμπτώματα της «καταθλιπτικής διαταραχής», κυρίως στους ηλικιωμένους.

Στην αρχαιότητα, η διαιτητική τέχνη ήταν ακρογωνιαίος λίθος της ιατρικής τέχνης. Με τον όρο δίαιτα, οι αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν τον συνολικό τρόπο διαβίωσης και όχι απλώς τη διαιτητική πρόσληψη. Έτσι, εκτός από τις συνήθειες που αφορούσαν την κατανάλωση τροφής (σιτία) και ποτών, η δίαιτα περιλάμβανε επίσης τις συνήθειες που σχετίζονταν με τη σωματική άσκηση, τον ύπνο, καθώς και τα λουτρά.

Τα ιπποκρατικά κείμενα για τη διατροφή

Στα ιπποκρατικά κείμενα αναδεικνύεται μια ολιστική προσέγγιση της υγείας, σύμφωνα με την οποία η διατροφή και η φυσική δραστηριότητα αλληλεπιδρούν και καθορίζουν την κατάσταση της υγείας του ανθρώπου. Επιπλέον, ο Ιπποκράτης, επιχειρώντας να διαμορφώσει τις βασικές αρχές της πρόληψης, θεωρούσε ότι η τροφή επηρεάζει εξίσου τη νόηση και τη σωματική κατάσταση.

Οι ιπποκρατικοί γιατροί απέδιδαν μεγάλη σημασία στις θεραπευτικές ιδιότητες των τροφίμων. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η πρώιμη ιατρική ήταν διατροφοκεντρική. Στα κείμενα αναλύονται οι προληπτικές και θεραπευτικές ιδιότητες πολλών τροφίμων, μεταξύ των οποίων το κρασί, το κριθάρι, το τυρί, το σκόρδο, το σιτάρι, τα μήλα, τα σύκα και το μέλι. Οι πληροφορίες αυτές είχαν σκοπό να βοηθήσουν τους γιατρούς να ρυθμίσουν κατάλληλα τη δίαιτα, προκειμένου να διατηρείται ή να αποκαθίσταται η υγεία του ασθενή.

Για παράδειγμα, το κρασί ήταν ένα από τα συνήθη συστατικά της αγωγής που συστηνόταν στους ασθενείς, τόσο για πρόληψη, όσο και για θεραπεία. Ανάλογα πάντα με την παθολογική κατάσταση, διέφεραν επίσης το είδος (ωχρός ή μαύρος), η αραίωση (πυκνός ή αραιός) και η ποσότητα του οίνου που προτεινόταν στους ασθενείς. Πάντως, οι γιατροί της αρχαιότητας επισήμαιναν ότι η υπερβολική και άκαιρη κατανάλωση ποσοτήτων οίνου είναι επιβλαβής για τον άνθρωπο.

Επιπλέον, ο Ιπποκράτης είχε ορθά παρατηρήσει ότι δεν αποκρίνονται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο στην κατανάλωση κρασιού. Μάλιστα, είχε σημειώσει ότι τα αποτελέσματα της οινοποσίας εξαρτώνται από τη «σύσταση του σώματος», η οποία καθορίζει αν «μια συγκεκριμένη ποσότητα κρασιού θα είναι φιλική ή όχι» για την ιδιοσυστασία του ατόμου.

Η σημαντικότητα του ελαιόλαδου

Σε ό,τι κι αν έτρωγαν, όμως, οι αρχαίοι Έλληνες, χρησιμοποιούσαν ελαιόλαδο. Η ελιά ήταν ο ευλογημένος από τους θεούς καρπός και το ιερό δέντρο της Αθήνας. Οι Έλληνες έτρωγαν το λάδι ωμό, μαγείρευαν μ’ αυτό όλα τα φαγητά, έφτιαχναν μ’ αυτό ψωμί, σάλτσες κάθε είδους, αλλά και αλοιφές και αρώματα.

Το χρησιμοποιούσαν στις θρησκευτικές τελετές κι αλείφονταν μ’ αυτό οι αθλητές. Ήταν γνωστές πολλές θεραπευτικές του ιδιότητες, καθώς ο Ιπποκράτης το θεωρούσε πανάκεια: δηλαδή ιδανικό αντισηπτικό, θεραπευτικό για δερματολογικά και εγκαύματα, για τα αυτιά, τα μάτια, τα ούλα, το στομάχι, την καρδιά, για γυναικολογικά προβλήματα κ.ο.κ.

Πώς, όμως, έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες το φαγητό τους; Στην αρχαιότητα υπήρχαν μαχαίρια, κυρίως για την κοπή του κρέατος και κουτάλια (κοχλιάρια) για τη σούπα. Τα πιρούνια ήταν άγνωστα διότι τα τελευταία 200 χρόνια τα χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα. Συνήθως έτρωγαν με τα χέρια, χρησιμοποιώντας μια κόρα ψωμιού για να μαζεύουν από το πιάτο τη μπουκιά τους. Γι’ αυτό, το φαγητό σερβιριζόταν σε μικρά κομμάτια.

Τι πρέπει να μας μείνει από την διατροφή των αρχαίων Ελλήνων;

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν στη νοοτροπία τους να τρέφονται με αυτά που τους χάριζε ο τόπος τους και ως επί το πλείστον ν’ αρκούνται σ’ αυτά. Αυτή η αρετή, μεταξύ άλλων, τους προσέδωσε το ένδοξο βάθρο που έχουμε σήμερα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν είχαν φαντασία και περιέργεια όταν έτρωγαν. Δεν έτρωγαν μόνο για να ζήσουν, αλλά το απολάμβαναν.

Η ίδια η διαδικασία του φαγητού είχε μια τεράστια κοινωνική σημασία, καθώς το φαγητό είχε σχέση με την ισορροπία τους, ισορροπία που φρόντιζαν να κατακτούν συνδυάζοντας το φαί με το ποτό. Μια ενότητα που μεταφέρει πληροφορίες για τις ιδιότητες της τροφής, τα οφέλη και την αξία της, ως ζωτική ενέργεια που οδηγεί στην Υγεία!

Διατροφή – διατρέφω – διά + τρέφω η θρέψη μέσω μιας διαδικασίας. Χρειάζεται να είμαστε συνειδητοί στον τρόπο που επιλέγουμε να θρέψουμε το σώμα μας, γιατί συγχρόνως θρέφουμε το νου και την καρδιά μας, θρέφουμε τα κύτταρα και όλα όσα είμαστε, ολόκληρο το «Είναι» μας. Η τροφή έχει τη δύναμη να φέρει μέσα μας υγεία, όχι μόνο σε σωματικό επίπεδο, αλλά σε ψυχολογικό και σε πνευματικό.

«Η τροφή δεν είναι τροφή, αν δεν έχει την δύναμή της. Ό,τι δεν είναι τροφή γίνεται τροφή, αν μπορεί να θρέψη.» (Ιπποκράτης, «Περί Τροφής», παρ. 21.

Σκάναρε και ακολούθησε την έρευνα:

Γεώργιος Μαραντίδης, Διατροφολόγος

 

Share this!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *