Ο χρυσοφόρος Γαλλικός και η ιστορία του
Ο Γαλλικός ποταμός πηγάζει από τις δυτικές υπώρειες των Κρουσίων, διασχίζει τον Νομό Κιλκίς και, μετά από μια διαδρομή περίπου 70 χιλιομέτρων, εκβάλλει στον Θερμαϊκό Κόλπο. Ο ποταμός αυτός και οι προσχώσεις του είναι στενά συνδεδεμένοι με την ιστορία του χρυσού στη Μακεδονία. Από την αρχαιότητα ήταν γνωστός με διαφορετικά ονόματα, όπως Ηδωνός, Εχείδωρος, Εχέδωρος, Χείδωρος, Callicum και Gallicum. Ο Ηρόδοτος, τον 5ο αι. π.Χ., ήταν ο πρώτος που έκανε μνεία στον ποταμό Χείδωρον (Ιστορίαι, 7.127), ενώ αναφορές στον Εχέδωρον έκαναν ο (ψευδο) Σκύλαξ στο Περίπλους (66), τον 4ο αι. π.Χ., καθώς και ο Στράβων στα Γεωγραφικά (7.21), τον 1ο αι. μ.Χ. Η πιο χαρακτηριστική ονομασία του, Εχέδωρος, συνδέθηκε με την έννοια του ποταμού που «έχει δώρα», δηλαδή του ποταμού που προσφέρει χρυσό.
Η φήμη αυτή δεν ήταν τυχαία. Η κοίτη του Γαλλικού περιέχει προσχωματικό χρυσό, δηλαδή μικροσκοπικά ψήγματα και κόκκους που μεταφέρονται και συγκεντρώνονται μέσα στις προσχώσεις του. Στο Ετυμολογικόν Μέγα, λεξικό που συντάχθηκε περίπου το 1150 στην Κωνσταντινούπολη, καταγράφεται ότι οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν κουρεμένα δέρματα τράγων, τα οποία βύθιζαν στο νερό, ώστε τα βαριά ψήγματα του χρυσού να παγιδεύονται στο κοντό, πυκνό τρίχωμά τους. Η τεχνική αυτή παραπέμπει στο Χρυσόμαλλο Δέρας, το οποίο συνδέεται με μία από τις παλαιότερες μεθόδους απόληψης χρυσού από τα ποτάμια ιζήματα.
Σημαντική είναι και η αναφορά στο έργο Περί θαυμασίων ακουσμάτων του (ψευδο) Αριστοτέλη, όπου περιγράφεται ότι στην περιοχή της Παιονίας, μετά από ισχυρές βροχές, οι κάτοικοι έβρισκαν στο έδαφος μεγάλα ψήγματα χρυσού. Επειδή ο άνω ρους του Γαλλικού ανήκε γεωγραφικά στην αρχαία Παιονία, είναι προφανές ότι η αναφορά αυτή σχετίζεται με τον χρυσό του ποταμού. Αργότερα, κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, φαίνεται ότι στις όχθες του υπήρχαν μια φρουρά και ένας μικρός οικισμός με την ονομασία Gallicum, ενδεχομένως για τον έλεγχο της εξόρυξης και της διακίνησης του χρυσού.
Η διαδοχή των ονομάτων αποτυπώνει αυτή τη μακρά σχέση. Η λατινική γραφή Gallicum θεωρείται παράφραση του Callicum, ονομασίας που πιθανώς συνδέεται με την αρχαία λέξη «Καλλικώα» ή «Καλλικώς», που σημαίνει το μέρος όπου υπάρχει καλό δέρμα, αφού κῶς σημαίνει δέρμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν για τη συλλογή των ψηγμάτων. Έτσι, ο χρυσός δεν συνδέθηκε μόνο με την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής, αλλά άφησε ίχνη ακόμη και στα τοπωνύμια και στις παραδόσεις που αναπτύχθηκαν γύρω από τον Γαλλικό ποταμό.
Η εκμετάλλευση του χρυσού συνεχίστηκε και στους νεότερους χρόνους. Το 1900, ο Άγγλος περιηγητής Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποτ ανέφερε ότι οι κάτοικοι των χωριών κατά μήκος του ποταμού αναζητούσαν χρυσό μετά από δυνατές βροχές. Γέμιζαν ένα ρηχό ξύλινο σκαφίδιο με άμμο και χαλίκια και το κινούσαν κυκλικά μέσα στο νερό, απομακρύνοντας σταδιακά το ελαφρύτερο υλικό. Οι βαρύτεροι κόκκοι χρυσού παρέμεναν στον πυθμένα. Ο Άμποτ αναφέρει ακόμη έναν παραπόταμο με το όνομα Αλντίν-Ντερέ, δηλαδή «Χρυσό Ποτάμι», και σημειώνει ότι η συλλογή χρυσού μπορούσε να εξασφαλίσει ένα αξιόλογο ημερήσιο εισόδημα για τα δεδομένα της Οθωμανικής Μακεδονίας.
Η σημαντικότερη, όμως, προσπάθεια οργανωμένης και βιομηχανικής εκμετάλλευσης ξεκίνησε τον 20ό αιώνα. Το 1938 ιδρύθηκε η εταιρεία «Χρυσορυχεία Βορείου Ελλάδος», με πρόεδρο τον Ηλία Ηλιόπουλο. Στόχος της ήταν η συστηματική απόληψη του προσχωματικού χρυσού με τη χρήση μιας μεγάλης βυθοκόρου, δηλαδή ενός πλωτού εκσκαφέα, ο οποίος λειτουργούσε ταυτόχρονα και ως εργοστάσιο εμπλουτισμού.
Η βυθοκόρος παραγγέλθηκε στη Σκωτία από τη ναυπηγική εταιρεία Fleming and Ferguson, μεταφέρθηκε σε τμήματα και συναρμολογήθηκε στην κοίτη του Γαλλικού, κοντά στο χωριό Καμπάνη. Η συναρμολόγησή της ολοκληρώθηκε το 1939. Το πλωτό μηχάνημα είχε μήκος 40 μέτρα και πλάτος 17 μέτρα. Ήταν ατμοκίνητο, με λέβητες Babcock & Wilcox ισχύος 300 ΗΡ, και χρησιμοποιούσε ως καύσιμο λιγνίτη. Διέθετε 82 σκαπτικούς κάδους και μπορούσε να ανασύρει ίζημα από βάθος περίπου 8 μέτρων.
Η λειτουργία της ουσιαστικά διακόπηκε πριν ακόμη προλάβει να ξεκινήσει κανονικά, εξαιτίας της έκρηξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής η βυθοκόρος υπέστη σοβαρές ζημιές. Μετά τον πόλεμο επισκευάστηκε και επαναλειτούργησε από το 1953 έως το 1960. Στο διάστημα αυτό κινήθηκε σε μήκος περίπου 14 χιλιομέτρων, από το χωριό Καμπάνη έως την Τέρπυλλο. Κατά τη μετακίνησή της, οι κάδοι βυθίζονταν στα χρυσοφόρα ιζήματα και το φορτίο που συνέλεγαν το έριχναν σε ένα μεγάλο, περιστρεφόμενο, κυλινδρικό κόσκινο. Με τη βοήθεια του νερού γινόταν ο βαρυτομετρικός διαχωρισμός του υλικού. Τα λεπτότερα και βαρύτερα κλάσματα οδηγούνταν στις λεγόμενες χρυσοπαγίδες, όπου χρησιμοποιούνταν υδράργυρος για τη δέσμευση του χρυσού σε μορφή αμαλγάματος.
Η λειτουργία της βυθοκόρου ήταν μια σύνθετη εργασία που απαιτούσε γεωλόγους, χειριστές, λιπαντές, εργάτες καταστρώματος, ηλεκτρολόγους και άλλο τεχνικό προσωπικό. Η κίνηση του τεράστιου πλωτού μηχανήματος ελεγχόταν με συρματόσχοινα και βίντσια, ενώ η εκσκαφή ακολουθούσε συγκεκριμένο σχέδιο, βασισμένο σε γεωτρήσεις και εκτιμήσεις της περιεκτικότητας σε χρυσό. Δεν επρόκειτο, επομένως, για μια απλή αναζήτηση ψηγμάτων, αλλά για οργανωμένη μεταλλευτική δραστηριότητα, με έρευνα, σχεδιασμό και συνεχή επεξεργασία μεγάλων ποσοτήτων ποτάμιων ιζημάτων.
Συνολικά, από το 1953 έως το 1960, συλλέχθηκαν 1.355 κιλά χρυσού, περίπου 48.000 ουγκιές. Η περιεκτικότητα των ιζημάτων κατά μήκος της ζώνης εκμετάλλευσης έφθανε έως 0,30 γραμμάρια χρυσού ανά κυβικό μέτρο, ενώ σημαντικές περιεκτικότητες είχαν εντοπιστεί και σε παραποτάμους του Γαλλικού, όπως ο Σπανός, το Μεγάλο Ποτάμι και ο Ξηροπόταμος.
Η μαρτυρία ενός εργάτη της βυθοκόρου
Ιδιαίτερη αξία για την κατανόηση αυτής της περιόδου έχει η προφορική μαρτυρία του Παναγιώτη Βελιάδη, ο οποίος γεννήθηκε στο Κιλκίς το 1929 και εργάστηκε στη βυθοκόρο από το 1956 έως σχεδόν το τέλος της λειτουργίας της, το 1960. Η προσωπική του αφήγηση φωτίζει όχι μόνο τον τρόπο εξόρυξης του χρυσού, αλλά και την καθημερινή ζωή, τις συνθήκες εργασίας και τις ανθρώπινες πλευρές μιας δραστηριότητας που σήμερα αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής βιομηχανικής κληρονομιάς.
Πώς αρχίσατε να εργάζεστε στη βυθοκόρο και πόσα χρόνια μείνατε εκεί;
Πριν πάω στη βυθοκόρο, δούλευα ως τενεκετζής. Κατασκεύαζα σόμπες, κουζίνες και καζάνια και ήξερα να επεξεργάζομαι καλά τη λαμαρίνα και το μαντέμι. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας γνώρισα κάποιον που έκανε μεροκάματα στη βυθοκόρο. Μου είπε ότι αναζητούσαν εργάτες και ότι οι αμοιβές ήταν καλές. Έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω κι εγώ. Δούλεψα εκεί από το 1956 έως το 1960. Ξεκίνησα ως εργάτης καταστρώματος, αλλά, επειδή ήμουν καλός στη δουλειά, μέσα σε τρεις μήνες έγινα Α΄ λιπαντής και αργότερα ανέλαβα και καθήκοντα βοηθού χειριστή.
Η δουλειά οργανωνόταν σε τέσσερις ομάδες των πέντε ατόμων. Οι τρεις κάλυπταν τις βάρδιες του 24ώρου, ενώ η τέταρτη είχε ρεπό. Σε κάθε ομάδα υπήρχε ένας χειριστής ή βοηθός χειριστή, δύο λιπαντές και δύο εργάτες καταστρώματος. Στη βυθοκόρο εργάζονταν επίσης ηλεκτρολόγοι και τεχνίτες άλλων ειδικοτήτων, αλλά εμείς ήμασταν περισσότερο σχετικοί με την εξόρυξη του χρυσού. Οι περισσότεροι ήταν από το Κιλκίς και τα γύρω χωριά. Υπήρχαν, όμως, και εργαζόμενοι από τον Πειραιά, κυρίως επειδή είχαν εμπειρία από πλοία.
Ποια ήταν ακριβώς η δική σας δουλειά;
Ως Α΄ λιπαντής είχα την ευθύνη να παρακολουθώ τα βίντσια και να φροντίζω ώστε να λειτουργούν σωστά. Έλεγχα επίσης το κατάστρωμα και τα αμπάρια, μήπως υπήρχε κάποια διαρροή ή είχε προκληθεί ζημιά από χτυπήματα στις πέτρες. Το πρωί, όταν η λειτουργία σταματούσε για λίγες ώρες, βάζαμε πίσσα στα συρματόσχοινα, ώστε να προστατεύονται από τη φθορά.
Παράλληλα, είχα μάθει να χειρίζομαι και το «πλοίο». Έτσι, όταν ο χειριστής χρειαζόταν να κάνει διάλειμμα ή να απομακρυνθεί για λίγο, αναλάμβανα εγώ το χειριστήριο.
Πώς γινόταν η εξόρυξη; Προηγούνταν κάποια έρευνα πριν αρχίσει η βυθοκόρηση;
Βέβαια. Πριν αρχίσει η εξόρυξη, έπρεπε πρώτα να εντοπιστεί η παλιά κοίτη του ποταμού, δηλαδή η πορεία που είχε ο Γαλλικός σε παλαιότερες εποχές. Οι γεωλόγοι πραγματοποιούσαν γεωτρήσεις που έφθαναν σε βάθος έως και 13 μέτρα. Από αυτές προσδιόριζαν την παλιά κοίτη και υπολόγιζαν την περιεκτικότητα των ιζημάτων σε χρυσό. Με βάση τα αποτελέσματα, καταρτιζόταν το σχέδιο εξόρυξης, το οποίο αποστελλόταν στο χειριστήριο της βυθοκόρου. Εμείς τοποθετούσαμε σημάδια, ώστε να γνωρίζουμε με ακρίβεια προς ποια κατεύθυνση έπρεπε να κινηθεί το πλοίο και σε ποιο σημείο να σκάψει.
Η βυθοκόρος ήταν ουσιαστικά ένα ολόκληρο πλωτό εργοστάσιο, σαν ένα πλοίο. Με μεγάλα συρματόσχοινα μπορούσε να κινείται προς τα εμπρός, αλλά και πλευρικά. Στο μπροστινό μέρος υπήρχε μια σειρά από μεγάλους κάδους, οι οποίοι έσκαβαν και ανέβαζαν το αμμοχάλικο από την κοίτη. Το υλικό έπεφτε αρχικά σε ένα μεγάλο χωνί και από εκεί οδηγούνταν στο πλυντήριο, ένα μεγάλο περιστρεφόμενο, κυλινδρικό κόσκινο. Με τη βοήθεια του νερού, το υλικό διαχωριζόταν. Η λεπτότερη χρυσοφόρος άμμος κατέληγε στις χρυσοπαγίδες, ενώ τα μεγαλύτερα και άχρηστα υλικά απομακρύνονταν με έναν μεταφορέα από το πίσω μέρος της βυθοκόρου.
Πώς συλλεγόταν ο χρυσός και τι ποσότητες μπορούσατε να βγάλετε σε μια μέρα;
Οι χρυσοπαγίδες ήταν λινάτσες τοποθετημένες πάνω σε μεταλλικές πλάκες και εμποτισμένες με υδράργυρο. Ο υδράργυρος είχε την ιδιότητα να συγκρατεί τον χρυσό, σχηματίζοντας αμάλγαμα. Όταν οι λινάτσες είχαν συγκεντρώσει αρκετό χρυσό, τις στύβαμε, ώστε να απομακρυνθεί ο περισσότερος υδράργυρος. Το αμάλγαμα συγκεντρωνόταν σε «μπάλες» και, όπως θυμάμαι, αποστελλόταν στην Ελβετία, όπου γινόταν ο διαχωρισμός του υδραργύρου και ο καθαρισμός του χρυσού.
Η ποσότητα που βγάζαμε δεν ήταν ίδια κάθε μέρα. Υπήρχαν, όμως, ημέρες που μπορούσαμε να φθάσουμε ακόμη και το ένα κιλό χρυσού.
Ποιες ήταν οι συνθήκες εργασίας;
Υπήρχαν προβλήματα με τα μεροκάματα. Εγώ, για παράδειγμα, εργαζόμουν ως βοηθός χειριστή, αλλά στα χαρτιά ήμουν δηλωμένος ως Α΄ λιπαντής, ώστε να μην πληρώνομαι με τον υψηλότερο μισθό που αντιστοιχούσε στη δουλειά που πραγματικά έκανα. Αργότερα, το συνδικάτο των εργαζομένων κινήθηκε εναντίον της εταιρείας, επειδή υπήρχαν και άλλοι εργάτες που εμφανίζονταν επίσημα σε διαφορετικές θέσεις από εκείνες στις οποίες απασχολούνταν. Τελικά, οι εργαζόμενοι πήραμε τις διαφορές των αποδοχών που δικαιούμασταν. Επιπλέον, ενώ πληρωνόμασταν τις υπερωρίες, δεν λαμβάναμε την επιπλέον αμοιβή για την εργασία τις Κυριακές, αλλά μας πλήρωναν με το κανονικό ημερομίσθιο. Επίσης, αν κάποιος αρρώσταινε και δεν μπορούσε να έρθει στη δουλειά, έπρεπε εμείς οι υπόλοιποι να καλύψουμε τη βάρδιά του, κάνοντας ακόμη και διπλοβάρδιες.
Εντούτοις, είχαμε καλή σχέση με την εταιρεία και, αν εξαιρέσουμε το ζήτημα με τα μεροκάματα, μας φρόντιζε αρκετά. Υπήρχε, μάλιστα, αυτοκίνητο της εταιρείας για τη μεταφορά των εργαζομένων. Μαζευόμασταν σε ένα καφενείο, από όπου μας παραλάμβαναν για να μας μεταφέρουν στη βυθοκόρο, ενώ, στην επιστροφή, έφερναν πίσω την προηγούμενη βάρδια.
Η πρόσβαση στη βυθοκόρο γινόταν μέσω μιας γέφυρας, η οποία φυλασσόταν συνεχώς από αστυνομικούς. Η είσοδος χωρίς άδεια απαγορευόταν αυστηρά, πιθανότατα επειδή στον χώρο γινόταν η συλλογή και η φύλαξη του χρυσού.
Η βυθοκόρος παρουσίαζε βλάβες; Συνέβησαν κάποια ατυχήματα;
Μικροβλάβες υπήρχαν κατά καιρούς, κυρίως όταν οι κάδοι συναντούσαν ογκώδεις βράχους ή άλλα εμπόδια μέσα στην κοίτη. Σοβαρές ζημιές, όμως, δεν ήταν συχνές. Ήμασταν πάντοτε προετοιμασμένοι και υπήρχαν ανταλλακτικά, ώστε οι επισκευές να γίνονται επιτόπου, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαμε μια μικρή βάρκα, στην οποία φορτώναμε φιάλες οξυγόνου και τα απαραίτητα εργαλεία για τις επισκευές.
Δυστυχώς, θυμάμαι και ένα πολύ σοβαρό δυστύχημα. Μια λαμαρίνα είχε πέσει μέσα στο ποτάμι και ένας εργάτης προσπάθησε να τη βγάλει με ένα σίδερο. Ο χειριστής δεν τον αντιλήφθηκε εγκαίρως και το συρματόσχοινο τον παρέσυρε. Έπεσε στο νερό και πνίγηκε. Ήταν το πιο τραγικό περιστατικό που θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια.
Τι γινόταν με το υλικό που απέμενε μετά την εξαγωγή του αμαλγάματος; Υπήρχαν περιβαλλοντικές επιπτώσεις;
Το υλικό που απέμενε μετά την επεξεργασία είτε επέστρεφε στο ποτάμι είτε το αποθέταμε σε σωρούς στις όχθες. Επίσης, τα λάδια και τα γράσα κατέληγαν συχνά απευθείας στο ποτάμι, προκαλώντας ρύπανση. Εκείνη την εποχή, βέβαια, δεν υπήρχε η περιβαλλοντική ευαισθησία που υπάρχει σήμερα ούτε η αντίστοιχη νομοθεσία. Τότε κανείς δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα πράγματα.
Τελικά, τι σας έχει μείνει περισσότερο από εκείνα τα χρόνια;
Για μένα ήταν πολύ όμορφα χρόνια και τα χρήματα ήταν καλά. Παίρναμε 50 δραχμές μεροκάματο, ποσό αρκετά ικανοποιητικό για την εποχή. Μάλιστα, λέγαμε πως, αν μπορούσαμε να γκρεμίσουμε τις γέφυρες που μας εμπόδιζαν, θα συνεχίζαμε ακόμη πιο πάνω στο ποτάμι, για να ψάξουμε για χρυσό.
Θυμάμαι επίσης πολλά από όσα μάθαμε στη δουλειά. Ένας ναυτικός, για παράδειγμα, μου είχε δείξει πώς να βγάζουμε σπασμένες βίδες που είχαν σφηνώσει. Ήταν γνώσεις που δεν είχαμε και τις αποκτούσαμε ο ένας από τον άλλον στη δουλειά.
Μου έχουν μείνει, όμως, και οι όμορφες στιγμές μετά τη βάρδια. Μια φορά την εβδομάδα, συνήθως μετά τις νυχτερινές βάρδιες, μαζευόμασταν, βάζαμε όλοι από ένα μεροκάματο και πηγαίναμε στα γύρω χωριά να διασκεδάσουμε. Πίναμε, χορεύαμε και μέναμε έως πολύ αργά. Μάλιστα, όταν μάθαιναν ότι είχαν έρθει οι εργάτες της βυθοκόρου, μαζεύονταν και μουσικοί, γιατί ήξεραν ότι εκείνο το βράδυ θα είχε κίνηση και χρήμα.
Η βυθοκόρος του Γαλλικού σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία της το 1960, όταν έφθασε στην Τέρπυλλο και δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσει την πορεία της εξαιτίας των γεφυρών που υπήρχαν στην περιοχή. Έκλεισε έτσι ένα σύντομο, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό, κεφάλαιο της νεότερης μεταλλευτικής ιστορίας της Ελλάδας.
Σήμερα, ελάχιστοι γνωρίζουν την ιστορία της βυθοκόρου στον Γαλλικό ποταμό του Κιλκίς. Εντούτοις, η ιστορία της αποτελεί έναν εντυπωσιακό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις αρχαίες αναφορές στον χρυσοφόρο Εχέδωρο και στη συστηματική εκμετάλλευση του προσχωματικού χρυσού κατά τον 20ό αιώνα. Στις ίδιες όχθες, όπου επί αιώνες οι άνθρωποι αναζητούσαν ψήγματα χρυσού με απλά μέσα, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 λειτουργούσε πλέον ένα ολόκληρο πλωτό εργοστάσιο.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Μέλφος Β., Βουδούρης Π. (2022). Τα Κοιτάσματα της Ελλάδας. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα, 257 σελ.
Παύλος Γ. Τσαμαντουρίδης (2008). Τα αρχαία μεταλλεία του νομού Κιλκίς
Σιδέρης Αριστείδης (1987). Ο λόγος… περί χρυσού. Μακεδονικόν Ημερολόγιον.
Για το GRDiscovery
Αρθρογράφος: Βασίλης Μέλφος, Καθηγητής Γεωλογίας ΑΠΘ
Ευτυχία Περιστερίδου, Γεωλόγος, Υποψήφια Διδάκτορας, Τμήμα Γεωλογίας ΑΠΘ
Αναστάσιος Κυριάκος, Γεωλόγος