Ο Γιάννης Μήτρου είναι Φυσικός, Φιλόσοφος, εικαστικός-performance artist, ερευνητής στον τομέα της Φιλοσοφίας των Μέσων σε σχέση με την Ψυχανάλυση, Θεωρητικός Τέχνης και επιμελητής. Από το 2019 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του International Forum of Performance Art (IFPA). Δίδαξε επί 5 χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών και στο διατμηματικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα, «Τέχνη και Δημόσια Σφαίρα» και σε άλλα μεταπτυχιακά προγράμματα σε Αθήνα και εξωτερικό. Διδάσκει στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ.Ίδρυσε το International Laboratory for Research in the Performing Arts-Alma Kalma, το οποίο διευθύνει μέχρι τώρα.
Καλλιτεχνικές και επιστημονικέςσυνεργασίες του αποτελούν το Εργαστήριο Φιλοσοφικής Έρευνας πάνω στοΦαντασιακό(Ε.Φ.Ε.Φ, 2013-2021), το Α.Π.Θ. σε συνεργασία με το Centre de Recherche sur l’Imaginaire, το Πανεπιστήμιο STENDHAL-GRENOBLE III, τοInstitute Grotowski (Wroclaw, Poland, 2003),το Workcenter of J.Grotowski and Th.Richards (Pondedera, Italy,2005-2017), το Εργαστήριο Οπτικού Πολιτισμούκαι Επιμελητικών Πρακτικών και η Εταιρεία ΝΤΕΛΕΖΟ-ΓΚΟΥΑΤΑΡΙΑΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.
Με αφετηρία την πολύπλευρη διαδρομή του στον χώρο της τέχνης και της φιλοσοφίας, η συζήτηση που ανοίγουμε με τον Γιάννη Μήτρου κινείται γύρω από τη δημιουργία, τη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση και τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη συνομιλεί με τον άνθρωπο και την εποχή του.

Με ποιον τρόπο η πολυετής ενασχόλησή σας με τις θετικές επιστήμες, όπως η φυσική, επηρέασε τη φιλοσοφική σας ματιά απέναντι στην τέχνη, τη δομή και την ψυχανάλυση;
Η φυσική, και κυρίως η Θεωρητική Φυσική, καθώς και η ενασχόλησή μου με τη χαοτική δυναμική των συστημάτων, μου έδωσαν τη δυνατότητα να αντιληφθώ με πιο ουσιαστικό τρόπο την έννοια της δομής και των συστημάτων. Ως φαινομενολόγος, προσπαθώ να συλλάβω τη μη γραμμική λογικότητα της ανθρώπινης κατάστασης ως τέτοιας, σε επίπεδο φαινομένου.
Ο άνθρωπος είναι μια πολύπλοκη κατάσταση που δεν εξηγείται με αναγωγισμούς ή αναλυτικότητες της παραδοσιακής δυτικής ορθολογικής σκέψης, ούτε μέσα από το κυρίαρχο νεοθετικιστικό μοντέλο. Η ψυχαναλυτική προσέγγιση, και κυρίως η λακανική, παράγει μια άλλη δυναμική των πραγμάτων.
Από την άλλη, μιλώντας μέσα από μια φιλοσοφική, υπαρξιακή κατεύθυνση, και τονίζοντας ότι δεν είμαι ούτε ψυχοθεραπευτής, ούτε ψυχίατρος, ούτε ψυχολόγος, θεωρώ ότι χρειάζεται μια πιο ανοιχτή προσέγγιση του λεγόμενου ψυχικού φαινομένου, το οποίο, δυστυχώς, ακόμη πατάει σε θολό επιστημολογικό έδαφος.
Εγγράφομαι σε μια ντελεζο-γκουαταριανή λογική, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με τη βαθιά πατριαρχική, κυρίαρχη δομή, καθώς και με την ιεραρχία και την εξουσία που παράγονται στο πλαίσιο της σχέσης θεραπευτή-θεραπευόμενου. Οι άνθρωποι είμαστε μηχανές επιθυμιών και στόχος είναι η έγερσή τους και η αυτονομία του καθενός. Άλλωστε, στο τέλος, είναι το σώμα και οι λιβιδινικές του πτυχώσεις.
Η τέχνη έχει τη δυνατότητα να παράγει το ανείπωτο ως μια καθολική πράξη με ποιητικούς όρους. Έτσι, έχει τη δυνατότητα να κριτικάρει, με έναν τρόπο, αυτό που επισυμβαίνει και να εκβάλει ένα ασυνείδητο που δεν παύει να είναι κοινωνικό και πολιτικό.
Τα παραδείγματα ψυχωσικών, όπως ο Τζόις ή ο Χαλεπάς, αναδεικνύουν μια αλήθεια: ότι η δημιουργία δύναται να δώσει έναν άλλο δρόμο που απελευθερώνει τον άνθρωπο. Τον απελευθερώνει από τα δεσμά της οικογενειακής δομής και από το υποτιθέμενο «δράμα» της. Πρόκειται για κοινωνικές κατασκευές στις οποίες «συγκολλούμαστε». Δεν είναι φυσικοί νόμοι.
Εκεί είναι που, κατά τη γνώμη μου, βαλτώνει η κυρίαρχη ψυχοθεραπευτική ιδεολογία και πρακτική και μεταπίπτει σε μια κατευθυντική πρακτική.
Με ποιον τρόπο η ιδιότητα του θεωρητικού σας επιτρέπει να ερμηνεύετε πιο βαθιά τα εικαστικά έργα;
Η θεωρία δεν λειτουργεί για εμένα ως ένα εξωτερικό πλαίσιο που επιβάλλεται πάνω στο έργο εκ των υστέρων, αλλά ως όργανο αντίληψης — σχεδόν με την έννοια με την οποία ο Merleau-Ponty θεωρεί το σώμα ως όργανο σύνδεσης με τον κόσμο.
Όταν στέκομαι μπροστά σε ένα εικαστικό αντικείμενο ή μια performance, δεν κοιτάζω απλώς μια εικαστικότητα ιστορικοτεχνικά· αναγνωρίζω τη δομή που την οργανώνει, το σημείο όπου κάτι διαφεύγει, το «σύμπτωμα» που επιμένει κάτω από την εικόνα.
Η θεωρία της λακανικής ψυχανάλυσης, η φαινομενολογία και η ντελεζο-γκουαταριανή στοχαστικότητα μου διανοίγουν ένα ουσιαστικό πεδίο παρατήρησης και εμβάθυνσης, ώστε να αναγνωρίζω, στον βαθμό που μπορώ, το αόρατο και το μη ειπωμένο. Να παρατηρώ το έργο ως φαινόμενο που βιώνεται και ως μια ανοιχτή δομή που κρύβει μια ενεργή έλλειψη.
Πώς καταφέρνει ένας εικαστικός να διατηρήσει την προσωπική του γλώσσα αυθεντική, χωρίς να παρασύρεται από τις τάσεις και τα ρεύματα που κυριαρχούν στην αγορά τέχνης;
Νομίζω πως η αυθεντικότητα δεν είναι κάτι που κατέχεις μία φορά και για πάντα, αλλά κάτι που ξαναδοκιμάζεις κάθε φορά που δημιουργείς — είναι η ίδια η επιτελεστική πράξη, η επανάληψη με διαφορά. Και θεωρώ ότι είναι πιο παραγωγικό να μιλάμε για τη ζωντανή δημιουργία.
Η αγορά τέχνης προτείνει έτοιμες γλώσσες, έτοιμα σημαίνοντα. Ο εικαστικός που αντιστέκεται δεν είναι αυτός που αγνοεί την εποχή του, αλλά αυτός που παραμένει πιστός στο δικό του σωματικό ίχνος — στις δικές του «πτυχώσεις», θα έλεγα, χρησιμοποιώντας έναν όρο από τη δική μου μεθοδολογία.
Η γλώσσα σου παραμένει δική σου όσο συνεχίζεις να ρωτάς τι κάνει το σώμα σου και όχι τι ζητά η αγορά.
Πώς αντιμετωπίζετε την αμφιβολία κατά τη διάρκεια της δημιουργίας, αποτελεί κινητήριο μοχλό εξέλιξης ή ανασταλτικό παράγοντα;
Η αμφιβολία είναι δομικό στοιχείο, όχι εμπόδιο. Στη λακανική θεωρία μαθαίνουμε ότι το υποκείμενο δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ βέβαιο για τον εαυτό του — υπάρχει πάντα ένα κενό. Η δημιουργική πράξη ζει ακριβώς μέσα σε αυτό το κενό.
Όταν αισθάνομαι απόλυτη βεβαιότητα για κάτι που δημιουργώ, ανησυχώ περισσότερο απ’ ό,τι όταν αμφιβάλλω· η βεβαιότητα συνήθως σημαίνει ότι επαναλαμβάνω κάτι γνωστό. Η αμφιβολία με κρατά σε κίνηση, σε μια ζωντανή κατάσταση.
Πόσο καθοριστική είναι η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφική σκέψη και στην εικαστική πράξη όταν επιχειρείτε να δώσετε μορφή σε μια ιδέα;
Για μένα δεν υπάρχει ιεραρχία — η σκέψη δεν προηγείται της πράξης για να «εφαρμοστεί» μετά σε αυτήν. Είναι μια σχέση αμοιβαίας διαμόρφωσης: η φιλοσοφική έννοια με βοηθά να κατανοήσω τι κάνει το σώμα μου στον χώρο, αλλά και το ίδιο το σώμα, μέσα στην performance, μου αποκαλύπτει κάτι που η καθαρή σκέψη δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει μόνη της.
Αυτό ακριβώς επιχείρησα να δείξω και στο άρθρο με τη Chloé Tzia Kolyri: το «φυλοποιημένο» σώμα δεν αφορά το βιολογικό, δεν «εκφράζει» μια ιδέα περί φύλου, αλλά τη συγκροτεί επιτελώντας την. Πρόκειται για μια κουήρ θέση, η οποία αποτελεί μια άλλη πρόταση πολιτικοκοινωνικής συγκρότησης, κόντρα στους επιβαλλόμενους θεσμούς που αρθρώνονται με ιεραρχικό τρόπο.
Επίσης, δεν υπάρχει η διάκριση μορφής και περιεχομένου. Είναι μια εναδικότητα με πολλαπλά στοιχεία.
Ποιος περιορισμός ή κανόνας που θέτετε εσείς ο ίδιος στον εαυτό σας σάς βοηθά να οργανώσετε καλύτερα την εικαστική σας σκέψη;
Θέτω πάντα ως όριο την ειλικρίνεια του σώματος απέναντι στον κοινοτροπισμό. Αν μια χειρονομία, μια εικόνα, μια σκηνή γεννιέται μόνο για να εντυπωσιάσει, την αναιρώ — όσο κι αν «λειτουργεί» θεαματικά.
Το κριτήριο δεν είναι το αποτέλεσμα πάνω στο κοινό, αλλά το κατά πόσο η πράξη αντιστοιχεί πραγματικά σε κάτι που διερευνώ και το οποίο διαφεύγει από το εγκλωβισμένο στα κοινωνικά και θεσμικά όρια σώμα.
Είναι το σημείο όπου προκύπτει μια «γραμμή διαφυγής» και εγγράφεται ο άνθρωπος στο ποιητικό.
Ποια αλλαγή παρατηρείτε στον τρόπο που το σύγχρονο κοινό προσεγγίζει και ερμηνεύει τα εικαστικά έργα;
Βλέπω μια ταχύτητα κατανάλωσης της εικόνας, και μάλιστα της τεχνητής πλέον εικόνας, αναφερόμενος στον Φλούσερ, η οποία δυσκολεύει την παραμονή μπροστά σε ένα έργο· το βλέμμα περνάει, δεν κατοικεί.
Ταυτόχρονα, όμως, παρατηρώ ένα καινούργιο κοινό — που αναδύεται ως αντίφαση μέσα στη μεταψηφιακή πραγματικότητα — και το οποίο αναζητά ενεργά μια πιο ενσώματη, πιο άμεση εμπειρία, ακριβώς ως αντίδραση. Αυτό εξηγεί, νομίζω, το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη ζωντανή performance.
Ποια είναι η διακριτική διαφορά ανάμεσα στην ελεγχόμενη θεατρικότητα και στην ωμή αλήθεια ενός performance;
Η ελεγχόμενη θεατρικότητα οργανώνει το βλέμμα προς μια προκαθορισμένη ανάγνωση· η ωμή αλήθεια αφήνει το σώμα εκτεθειμένο στο απρόβλεπτο, στο ενδεχόμενο της αποτυχίας, στο σημείο όπου κάτι μπορεί πραγματικά να συμβεί χωρίς έλεγχο.
Η δική μου δουλειά κινείται συνειδητά στο όριο, σε ένα είδος ελεγχόμενης εκστατικής διαδικασίας. Άλλωστε, πριν από την εικαστικοποίηση των δράσεων, η ερευνητική μου εργασία αφορούσε μια πρακτική φιλοσοφική ανθρωπολογία, η οποία αναδυόταν μέσα από τις σωματικές δράσεις και το τραγούδισμα, εμπνεόμενη από το τελικό στάδιο της έρευνας του Γκροτόφσκι, με τίτλο «Η τέχνη ως όχημα».
Τι είναι αυτό που κάνει μια performance να μένει αξέχαστη στον θεατή, αφού τελειώσει;
Δεν είναι η εικόνα καθαυτή· είναι το ίχνος που αφήνει στο σώμα του θεατή — μια αίσθηση, μια ένταση που δεν εξηγείται πλήρως λογικά. Ό,τι αγγίζει πραγματικά το ασυνείδητο δεν «κατανοείται» αμέσως· επανέρχεται αργότερα, σαν ανάμνηση της βιωμένης εμπειρίας. Είναι το ενδεχόμενο μιας ουσιαστικής συνύπαρξης με όρους εξωθεσμικούς.
Πώς επηρεάζει, κατά τη γνώμη σας, η έλλειψη πραγματικού μόχθου και ψυχής στις AI εικόνες του σήμερα την ικανότητα των θεατών να συνδεθούν συναισθηματικά με ένα εικαστικό έργο;
Εδώ θα ήθελα να είμαι προσεκτικός, ως φιλόσοφος των μέσων, γιατί το ερώτημα είναι πραγματικά ανοιχτό και δεν έχω μια οριστική θέση να διατυπώσω απερίσκεπτα. Θα πρότεινα δύο άξονες σκέψης: αφενός, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η εικόνα από το AI στερείται ακριβώς αυτό που η μερλοποντιανή φαινομενολογία θεωρεί θεμελιώδες — το ίχνος ενός σώματος-εν-χρόνω, μιας πράξης που «κόστισε» κάτι σε κάποιον· αφετέρου, θα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει ότι το ασυνείδητο του θεατή-μάρτυρα «επενδύει» ακόμη και σε μια εικόνα χωρίς «μόχθο», αφού η επιθυμία λειτουργεί ανεξάρτητα από την προέλευση του αντικειμένου.
Και πως εδώ έχουμε μια ψηφιακή σωματικότητα και, σύντομα, μια υβριδική της μορφή. Προτιμώ να αφήσω το ερώτημα ανοιχτό προς περαιτέρω σκέψη, παρά να δώσω μια οριστική απάντηση. Να εγγραφούμε, δηλαδή, στην ανοιχτότητα των αποριών που προκύπτουν, θέτοντας την ίδια στιγμή το ζήτημα μιας ενδεχόμενης επικινδυνότητας που προκύπτει από την επιτάχυνση της εξέλιξης των ψηφιακών μέσων, σε βάρος του ανθρώπινου χωροχρονικού ορίου.

Η συζήτηση με τον Γιάννη Μήτρου έδειξε πως από τη φιλοσοφία και την performance μέχρι τη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, η τέχνη παρουσιάζεται όχι ως κάτι στατικό, αλλά ως μια διαρκής διαδικασία αναζήτησης, αμφισβήτησης και επαναπροσδιορισμού, ειδικά σε μια εποχή όπου η εικόνα παράγεται και καταναλώνεται με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα. Έτσι η ανάγκη για μια πιο ουσιαστική, βιωμένη σχέση με την τέχνη αποκτά ίσως ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Για το GRDiscovery
Ρεπορτάζ: Γιώργος Σακελλαρίδης
