Υπάρχουν καλλιτέχνες που κουβαλούν την πατρίδα τους σαν ανάμνηση και άλλοι που την κουβαλούν σαν ανοιχτό ερώτημα. Η Azam Ali ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Γεννημένη στην Τεχεράνη και μεγαλωμένη μακριά από το Ιράν, έχει περάσει μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής της ζωής προσπαθώντας να καταλάβει τι σημαίνει να ανήκεις κάπου, όταν η ιστορία έχει διακόψει βίαια τη συνέχεια. Σε συνέντευξή της έχει περιγράψει την παιδική εμπειρία της απομάκρυνσης από το Ιράν ως μια κατάσταση όπου οι οικογένειες διαλύθηκαν και οι άνθρωποι έμειναν «σαν δέντρα χωρίς ρίζες».
Η σχέση της με το Ιράν, όμως, δεν εξελίχθηκε σε μια απλή νοσταλγία. Με τα χρόνια μετατράπηκε σε πολιτική και ανθρώπινη στάση. Η Ali έχει μιλήσει ανοιχτά για τα δικαιώματα των γυναικών στο Ιράν και έχει συνδέσει τη δημόσια φωνή της με την ελευθερία, λέγοντας ότι θεωρεί καθήκον της να μιλά για τις γυναίκες που δεν διαθέτουν τις ίδιες ελευθερίες. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε διαμαρτυρίες και έχει χρησιμοποιήσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να σχολιάσει τις εξελίξεις στη χώρα.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερο βάρος, επειδή η ίδια δεν αντιμετωπίζει τη μουσική ως έναν χώρο διαχωρισμένο από την υπόλοιπη ζωή της. Σε πρόσφατη συνέντευξή της εξήγησε ότι τα τραγούδια της λειτουργούν ως αυτοβιογραφία: ο πόλεμος, ο εκτοπισμός και η απανθρωποποίηση αποτελούν μέρος των εμπειριών που διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο γράφει και μιλά. Για την Ali, λοιπόν, η απαίτηση «απλώς τραγούδα» σημαίνει ουσιαστικά να αφαιρέσει από την τέχνη της ένα κομμάτι της ίδιας της ιστορίας της.
Κι όμως, η πολιτική της στάση δεν στηρίζεται στην εθνική ταύτιση. Σε παλαιότερη συνέντευξή της είχε απορρίψει τον εθνικισμό και είχε πει ότι κανείς δεν επιλέγει τη χώρα, την οικογένεια ή τη θρησκεία στην οποία γεννιέται. Εκείνο που τοποθετεί ψηλότερα είναι η ανθρωπότητα, υποστηρίζοντας ότι η αγάπη για μια πατρίδα ή μια θρησκεία δεν θα έπρεπε να μετατρέπεται σε εχθρότητα προς άλλους ανθρώπους.

Ίσως γι’ αυτό η δισκογραφία της έχει συχνά στραφεί σε παραδόσεις που υπερβαίνουν τα σύνορα. Η φωνή της έχει περάσει από τα περσικά, τα τουρκικά, τα αραβικά και άλλες γλώσσες, ενώ η ίδια έχει χρησιμοποιήσει στην προσωπική της μουσική όχι μόνο υλικό από τη Μέση Ανατολή, αλλά και δυτικές θρησκευτικές παραδόσεις. Στα σόλο έργα της συναντά κανείς ψαλμούς και ύμνους της ηγουμένης Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, αλλά και σεφαραδίτικους ύμνους στα Λαντίνο. Αυτό δεν είναι απλώς μια «παγκόσμια» μουσική διακόσμηση· είναι η ιδέα ότι διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια καλλιτεχνική γλώσσα.
Η ίδια έχει περιγράψει τη μουσική ως την πιο εσωτερική μορφή τέχνης, έναν χώρο που μπορεί να ξεπερνά τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τη θρησκεία. Δεν την ενδιαφέρει, όπως έχει πει, τόσο η κατασκευή μιας τέλειας φόρμουλας όσο η στιγμή της ανακάλυψης. Πολλά τραγούδια της γεννιούνται σχεδόν «κατά λάθος», μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και το πείραμα.

Αυτή η αντίληψη φωτίζει και μια διαφορετική πλευρά της σημερινής Azam Ali. Το 2025, μιλώντας για το Synesthesia, αποκάλυψε ότι είχε φτάσει να σκέφτεται ακόμη και την αποχώρηση από τη μουσική, επειδή δεν αναγνώριζε πλέον τον εαυτό της στη νέα μουσική βιομηχανία. Η επιστροφή της δεν ήρθε μέσα από μια προσπάθεια να προσαρμοστεί σε αυτήν, αλλά μέσα από την ανάγκη να ξαναβρεί τη μουσική ως προσωπικό χώρο.
Κάπου εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη αντίφαση της πορείας της. Όσο περισσότερο μιλά για σύνορα, θρησκεία, γυναίκες και πολιτική, τόσο περισσότερο η μουσική της προσπαθεί να τα διαλύσει. Δεν παρουσιάζει την ταυτότητα ως ένα κουτί με μία ετικέτα. Την αντιμετωπίζει ως ένα ταξίδι ανάμεσα σε τόπους, γλώσσες, πίστεις και μνήμες.

Για μια γυναίκα που έζησε από νωρίς την απώλεια της γεωγραφικής συνέχειας, η φωνή έγινε τελικά ένας διαφορετικός τόπος κατοικίας. Και εκεί, μέσα σε τραγούδια που συνομιλούν με την Περσία, την Ανατολή, τον μυστικισμό και τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, η Azam Ali εξακολουθεί να υπερασπίζεται κάτι απλούστερο: το δικαίωμα του ανθρώπου να θυμάται, να μιλά και να μη χρειάζεται να διαλέξει μία μόνο πατρίδα για να υπάρξει.
Για το GRDiscovery
Ρεπορτάζ: Γιώργος Σακελλαρίδης