Όσοι είχαν ποτέ την ευκαιρία (ειδικά ως παιδιά) να τριγυρίσουν στους διαδρόμους των μεγάλων Μουσείων Φυσικής Ιστορίας της Ευρώπης – και όχι μόνο – είναι σίγουρο πως έμειναν έκθαμβοι μπροστά στην εκπληκτική βιοποικιλότητα του παρελθόντος όπως εκφράζεται μέσα από το αρχείο των απολιθωμάτων. Τριλοβίτες, Αμμωνίτες, Κρινοειδή, Μεγαλόδοντες, Ιχθυόσαυροι, Πτερόσαυροι, Τυραννόσαυροι, Αρχαιοπτέρυγες, Μαμμούθ, Μαχαιρόδοντες, προϊστορικοί άνθρωποι, για να ονομάσω μόνο αυτά που το ΑΙ θεωρεί πιο δημοφιλή.…. αν και ο συνολικός αριθμός των απολιθωμένων ειδών (ή πιο σωστά παλαιοειδών) που γνωρίζουμε σήμερα ξεπερνά, με τις πιο φειδωλές εκτιμήσεις, τις 250.000.

Κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς άρχισε ο άνθρωπος να ενδιαφέρεται για τα απολιθώματα. Μαρτυρίες για παρουσία απολιθωμάτων σε ταφές νεαντερντάλιων και νεολιθικούς οικισμούς, ως πιθανά διακοσμητικά ή ‘μαγικά’ αντικείμενα, φαίνεται να άγουν τη σχέση αυτή πολύ πίσω, στο προϊστορικό παρελθόν. Η ‘υπερφυσική’ – δεισιδαιμονική θεώρηση των απολιθωμάτων θα επικρατήσει από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους μέχρι τον Μεσαίωνα, ενώ η πραγματική τους φύση θα αρχίσει να μελετάται διεξοδικά στη διάρκεια της Αναγέννησης (14ος-17ος αιώνας) μαζί με την ανάπτυξη της σύγχρονης επιστημονικής προσέγγισης. Την ίδια εποχή, τα απολιθώματα αρχίζουν να αποκτούν συλλεκτικό ενδιαφέρον προκειμένου μαζί με άλλα αντικείμενα να εμπλουτίσουν τα λεγόμενα Δωμάτια των Θαυμάτων (Γερμανία: Wunderkammer) ή Αξιοπερίεργων (Γαλλία: Cabinet de Curiosité) της τότε άρχουσας τάξης. Κι είναι οι συλλογές αυτών ακριβώς των δωματίων που θα αποτελέσουν τον βασικό πυρήνα των δημόσιων Μουσείων Φυσικής Ιστορίας της Ευρώπης, όταν ο Διαφωτισμός και η συνεπακόλουθη Γαλλική Επανάσταση θα διεκδικήσουν την ισότιμη πρόσβαση στην γνώση.

Τα έντονα συναισθήματα που δημιουργεί και τα ερωτήματα εγείρει η παρατήρηση ενός απολιθώματος στο εκθετήριο ενός Μουσείου δεν είναι τυχαία. Κάθε απολίθωμα προβάλει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το αξιοθαύμαστο παιχνίδι της Εξέλιξης μέσα στο βαθύ Γεωλογικό Χρόνο παραλλάσσοντας, μεγεθύνοντας (κάποιες φορές υπέρμετρα) ή συρρικνώνοντας γνωστά-οικεία σωματικά πρότυπα. Η επινοητικότητα, η προσαρμοστικότητα και η ποικιλομορφία της Ζωής, όπως αναδεικνύεται από τα απολιθώματα ξεπερνά κατά πολύ αυτά που ο παρατηρητής ήδη γνωρίζει από τον σύγχρονο φυσικό κόσμο γύρω του (ή έστω μέσω της οθόνης του κινητού του) και δημιουργεί εξαιρετικές προϋποθέσεις εκπαίδευσης και επιμόρφωσης πάνω σε θέματα, μεταβολής και διατήρησης της γεωβιοποικιλότητας, σχέσεων οργανισμών-φυσικού περιβάλλοντος, κλιματικής αλλαγής…
Πέρα όμως από τα προφανή, κάθε μικρότερο ή μεγαλύτερο, εντυπωσιακότερο ή λιγότερο εντυπωσιακό απολίθωμα στις προθήκες ή τα συρτάρια ενός Μουσείου φέρει μία δεύτερη, αόρατη ιστορία που αφορά τη δημιουργία, ανακάλυψη-ανασκαφή, συντήρηση και μελέτη του.
Τα απολιθώματα προέρχονται συνήθως από τα υπολείμματα των σκληρών μερών ενός οργανισμού (όστρακα, σκελετοί, δόντια) ή εναλλακτικά αντιπροσωπεύουν τα ίχνη παρουσίας ενός οργανισμού σε μία θέση (πχ. ίχνη βάδισης, αποτυπώματα φύλλων σε λάσπη, στοές/φωλιές οργανισμών σε πετρώματα). Και παρότι είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για οργανισμούς, τα ίδια τα απολιθώματα δεν είναι οργανικά αλλά ανόργανα (εξ ‘ου και απολίθωμα: από +λίθο=πέτρα).

Κάθε οργανισμός που ζει σε ένα συγκεκριμένο χώρο, χρόνο και περιβάλλον (φευ!) θα πεθάνει μόλις ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα οργανικά μέρη από τα οποία αποτελείται ο οργανισμός (σκληρά και μαλακά) θα αποσυντεθούν σε ένα σχετικά σύντομο διάστημα λίγων ημερών ως ετών. Εάν όμως ο χρόνος που παραμείνουν στην επιφάνεια του εδάφους είναι σύντομος, και είτε ολόκληροι οι νεκροί οργανισμοί είτε τα εναπομείναντα σκληρά τους μέρη ταφούν σχετικά γρήγορα μέσα σε κατάλληλα γεωλογικά υλικά (λεπτόκοκκα ιζήματα όπως άργιλος, ιλύς, άμμος) τότε υπάρχει πιθανότητα να ξεκινήσει η διαδικασία που καλούμε απολίθωση. Μέσω αυτής, ένα μέρος των θαμμένων οργανικών μερών θα ορυκτοποιηθεί, ακολουθώντας συνήθως μία μόριο προς μόριο αντικατάσταση του οργανικού υλικού που συγκροτεί τα σκληρά μέρη από κάποιο ανόργανο που βρίσκεται διαλυμένο στο περιβάλλον ίζημα (πιο συχνά το ανθρακικό ασβέστιο). Κατά έναν εκπληκτικό τρόπο, η αλλαγή της σύστασης μέσω της απολίθωσης πραγματοποιείται διατηρώντας ακέραιη τη μορφή, το σχήμα και τις διαστάσεις του αρχικού σκληρού οργανικού μέρους, πολλές φορές στην πιο μικροσκοπική του λεπτομέρεια. Και όχι μόνο. Αλλοιώσεις της επιφάνειας των σκελετικών μερών που μεσολάβησαν από τον θάνατο ως την ταφή, όπως αυτές από την δράση σαρκοφάγων ζώων, ριζών, καιρικών συνθηκών θα εγχαραχτούν επίσης και θα μεταφερθούν σχεδόν αυτούσιες στο απολίθωμα. Η όλη διαδικασία είναι εξαιρετικά περίπλοκη και επιλεκτική και μπορεί να διαρκέσει από μερικές χιλιάδες έως και εκατομμύρια χρόνια ανάλογα με τις επικρατούσες φυσικοχημικές συνθήκες και το γεωλογικό περιβάλλον. Μέσω αυτής ο οργανισμός (ή τα μέρη του) θα μεταβεί σταδιακά από την Βιόσφαιρα στη Λιθόσφαιρα, θα γίνει δηλαδή μέρος του αβιοτικού περιβάλλοντος των ανώτερων στρωμάτων της Γης. Και φυσικά δεν απολιθώνονται όλοι οι οργανισμοί που έζησαν ποτέ, ούτε όλοι με την ίδια συχνότητα, ούτε όλα τα μέρη τους κ.ο.κ. Σε αντίθεση με την εντύπωση που μας δημιουργούν οι πλούσιες συλλογές των Μουσείων, η απολίθωση είναι εξαιρετικά σπάνια. Από τα κατ’ ελάχιστο 5 δισεκατομμύρια είδη που οι επιστήμονες εκτιμούν ότι έζησαν τα τελευταία 540 εκατομμύρια χρόνια στη Γη (κατά τον καλούμενο στη Γεωλογία Φανεροζωϊκό μεγααιώνα) μόλις το 0,005% είναι γνωστό μέσα από το αρχείο των απολιθωμάτων!
Τα απολιθώματα θα παραμείνουν κρυμμένα στα γεωλογικά στρώματα που τα φιλοξενούν για δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια ή ακόμη και δισεκατομμύριά χρόνια και μπορεί να μην αποκαλυφθούν ποτέ. Η έκθεσή τους στην επιφάνεια, προϋποθέτει την μακρόχρονη δράση αλυσιδωτών γεωτεκτονικών διεργασιών που θα φέρουν τα στρώματα αυτά κοντά στην επιφάνεια, όπου στη συνέχεια ένας συνδυασμός ενδογενών (ρήξεις) και εξωγενών (αποσάθρωση-διάβρωση) παραγόντων θα τα αποκαλύψει.

Η εμφάνιση βέβαια των απολιθωμάτων στην επιφάνεια της γης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εντοπισθούν και συλλεχθούν. Κρίσιμοι παράγοντες εδώ είναι η προσβασιμότητα της θέσης στην ανθρώπινη παρατήρηση και στη συνέχεια η δυνατότητα ανασκαφής που παρέχεται από τις τοπικές συνθήκες. Άνθρωποι της υπαίθρου (βοσκοί, κτηνοτρόφοι), φυσιολάτρες, κυνηγοί απολιθωμάτων και επιστήμονες που δραστηριοποιούνται στο πεδίο (γεωλόγοι, τοπογράφοι, δασολόγοι…) είναι αυτοί που πρώτοι θα εντοπίσουν τα απολιθώματα ενώ σε κάποιες περιπτώσεις τα ίδια τα τοπωνύμια προδίδουν την πιθανή παρουσία τους (πχ. Ρέμα Κοκκαλούς).

Βασικό μέλημα μίας παλαιοντολογικής ανασκαφής είναι η απόληψη όσο το δυνατόν περισσότερων απολιθωμάτων με τη λιγότερη δυνατή απώλεια πληροφορίας τόσο σε επίπεδο ευρημάτων όσο και αναφορικά με γεωλογικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Η ίδια η διαδικασία της παλαιοντολογικής ανασκαφής είναι χρονοβόρα, επίπονη, απαιτεί πλήρη συγκέντρωση και συχνά πραγματοποιείται κάτω από αντίξοες συνθήκες. Επιπλέον, στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν εξαντλείται σε μία ανασκαφική περίοδο, αλλά μπορεί να επεκταθεί σε δεκαετίες, προκειμένου το υλικό που θα συλλεχθεί να είναι αντιπροσωπευτικό των ίδιων των οργανισμών, των σχέσεών τους στην παλαιοπανίδα αλλά και του παλαιοπεριβάλλοντος και του γεωλογικού χρόνου που εκπροσωπούν.

Αν και οι βασικές αρχές της παλαιοντολογικής και αρχαιολογικής ανασκαφής είναι κοινές, οι τεχνικές μπορεί να διαφέρουν σημαντικά καθώς το μέσο (=υλικό) και η τοπογραφία του απολιθωματοφόρου ορίζοντα είναι συνήθως πολύ διαφορετικά του εδαφικού μανδύα που φέρει τα αρχαιολογικά ευρήματα. Επιπλέον, η παρατεταμένη έκθεση των απολιθωμάτων στις επιφανειακές και ατμοσφαιρικές συνθήκες μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη καταστροφή τους, συνεπώς απαιτούνται εκτεταμένες παρεμβάσεις συντήρησης-αποκατάστασης ήδη κατά την φάση της αποκάλυψης και απόληψής τους.

Τα απολιθώματα που θα περισυλλεχθούν από την ανασκαφή θα μεταφερθούν στο Εργαστήριο Καθαρισμού και Συντήρησης. Σκοπός αυτής της φάσης είναι η μηχανική απομάκρυνση του μητρικού ιζήματος από τα δείγματα με λεπτά εργαλεία χειρός ή κρουστικές βελόνες, η αποκάλυψη και κατά το δυνατό αποκατάσταση της αρχικής μορφής του απολιθώματος, η επιβράδυνση των διαδικασιών φθοράς και η τεχνητή αύξηση της συνεκτικότητας και αντοχής τους με συνθετικές ρητίνες. Κατά μέσο όρο και ανάλογα με την αρχική κατάσταση διατήρησης ο καθαρισμός-συντήρηση ενός δείγματος μεγέθους ανθρώπινου κρανίου μπορεί να απαιτήσει εργασία αρκετών ημερών έως εβδομάδων και σε ορισμένες περιπτώσεις μηνών.


Το αποκατεστημένο και συντηρημένο απολίθωμα (ή συλλογή απολιθωμάτων) που θα προκύψει απ’ την ανασκαφή θα παραδοθεί στην/στον ειδικό παλαιοντολόγο/παλαιοβιολόγο, ο/η οποίος/α θα πραγματοποιήσει την συστηματική μελέτη του υλικού, συγκρίνοντας τα μορφολογικά και βιομετρικά του χαρακτηριστικά με πλειάδα άλλων ευρημάτων από όλο το γεωγραφικό και χρονικό φάσμα στο οποίο εντάσσεται. Για παράδειγμα, απολιθώματα θηλαστικών από το Άνω Μειόκαινο (10-5 εκ. χρόνια) της Ελλάδας θα πρέπει να συγκριθούν με όλες τις γνωστές σχετικές μορφές από την Ισπανία έως την Τουρκία και από την Μαύρη Θάλασσα ως την Κίνα. Σκοπός της μελέτης είναι η αναγνώριση και περιγραφή κάθε παλαιοείδους που ανακαλύφθηκε στην απολιθωματοφόρο θέση, προκειμένου να ανασυσταθεί η συνολική εικόνα της παλαιοπανίδας /παλαιοχλωρίδας και να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς τον χρόνο και το περιβάλλον στα οποία αυτή έζησε.
Τα δεδομένα αυτά θα διαμορφώσουν και το επιστημονικό υπόβαθρο του πληροφοριακού υλικού που θα συνοδεύσει το εύρημα, εφόσον επιλεγεί ως μουσειακό έκθεμα. Παλαιοντολόγοι, συντηρητές, μουσειολόγοι και ειδικοί paleoartists θα συνεργαστούν για να παράξουν 3D ψηφιακά μοντέλα του ευρήματος, φυσικά αντίγραφα (ρέπλικες), και ‘εν ζωή’ αναπαραστάσεις προκειμένου να βελτιώσουν εποπτικά την εμπειρία του επισκέπτη του Μουσείου και να του μεταφέρουν την εικόνα της Γης στο προϊστορικό παρελθόν.
Για το GRDiscovery
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Δερμιτζάκης, Μ. (2002). Γεωλογικές Διαδρομές-μικρά μελετήματα. Αθήνα: Εκδόσεις Γκελμπέσης
