Η Θεσσαλονίκη, συμπρωτεύουσα και δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας, είναι μια πολυπολιτισμική πόλη που σφύζει από ζωή καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Κάθε γωνιά της, τα στενά της και τα ίχνη της ιστορίας που παραμένουν ορατά και στέκουν αγέρωχα στο αστικό της τοπίο, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα της και κάνουν τη Θεσσαλονίκη… Θεσσαλονίκη.
Πίσω όμως από τα ρομαντικά σημεία της «Νύμφης του Θερμαϊκού», κρύβεται και μια πιο απόκοσμη, ανατριχιαστική πλευρά. Οι θρύλοι και οι μύθοι της είναι εκείνοι που τη ζωντανεύουν και της προσδίδουν ένα επιπλέον, σκοτεινό βάθος.
Ξεκινώντας από τον Λευκό Πύργο, σύμβολο της πόλης, το οικοδόμημα αυτό έχει περάσει από χίλιες δοκιμασίες. Αν και το σημερινό του όνομα παραπέμπει στο χρώμα του, είναι επίσης γνωστός ως «Πύργος του Αίματος». Η εναλλακτική αυτή ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι στο παρελθόν λειτουργούσε ως φυλακή για θανατοποινίτες. Εκεί, οι κρατούμενοι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια και εκτελούνταν, με αποτέλεσμα τα τείχη να βάφονται κόκκινα από το αίμα τους.
Πώς όμως απέκτησε το λευκό του χρώμα; Σύμφωνα με τον θρύλο, ένας κατάδικος ονόματι Νάθαν Γκουελεντί εξαγόρασε την ελευθερία του, ασβεστώνοντας τα τείχη του πύργου.

Από τον Λευκό Πύργο, ακολουθώντας τον δρόμο προς την Άνω Πόλη, περνάμε από τη Φιλοσοφική Σχολή και τη Σχολή Θετικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ανεβαίνουμε προς την οδό Αγίου Δημητρίου. Από εκεί και έπειτα, τα οθωμανικά τείχη που άλλοτε περιφρουρούσαν την πόλη κάνουν την εμφάνισή τους, σηματοδοτώντας την είσοδο στην Άνω Πόλη, ή αλλιώς στα Κάστρα, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι.
Ανεβαίνοντας την ανηφόρα, φτάνουμε στους Κήπους του Πασά, σημείο συνάντησης νέων, φοιτητών και κατοίκων που αναζητούν χαλάρωση και επαφή με τη φύση. Οι Κήποι του Πασά, ωστόσο, κουβαλούν έναν έντονα μυστικιστικό χαρακτήρα. Πολλοί είναι οι θρύλοι που τους συνοδεύουν. Μία εκδοχή αναφέρει ότι αποτελούσαν το ησυχαστήριο του σουλτάνου Σεϊφουλάχ Πασά. Άλλη υποστηρίζει ότι εκεί καταλήγουν οι υπόγειες κατακόμβες της πόλης. Για τους λάτρεις του μεταφυσικού, το γεγονός ότι οι Κήποι βρίσκονται κοντά σε νεκροταφεία ενισχύει τη σκοτεινή τους φήμη, ενώ δεν λείπουν και ιστορίες για μυστικές τελετές και ανθρωποθυσίες.

Συνεχίζοντας προς το ψηλότερο σημείο των Κάστρων, στα όρια με τον Δήμο Συκεών και λίγο πριν το Σέιχ-Σου, συναντάμε έναν από τους πιο σκοτεινούς τόπους της νεότερης ιστορίας της χώρας. Το Γεντί Κουλέ, στο Επταπύργιο, υπήρξε μία από τις πιο διαβόητες φυλακές της Ελλάδας και τόπος μαρτυρίου για χιλιάδες ανθρώπους. Η φήμη του ως «στοιχειωμένου» χώρου παραμένει ζωντανή, με μαρτυρίες να κάνουν λόγο για κραυγές που ακούγονται ακόμα.
Για σχεδόν έναν αιώνα, κυρίως πολιτικοί κρατούμενοι υπέστησαν εκεί κακοποιήσεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις. Πολλές καταγγελίες συγκαλύφθηκαν, ενώ όσοι τόλμησαν να ερευνήσουν τα γεγονότα βρέθηκαν σε κίνδυνο. Η φυλακή λειτούργησε έως το 1989, οπότε και έκλεισε. Σήμερα, το Γεντί Κουλέ λειτουργεί ως μουσείο.

Κατηφορίζοντας τα σοκάκια των Κάστρων, φτάνουμε στον Πύργο του Τριγωνίου, από όπου απλώνεται πανοραμικά ολόκληρη η Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους σωζόμενους πύργους της πόλης, μαζί με τον Λευκό Πύργο. Τη νύχτα, η ατμόσφαιρα που δημιουργείται είναι ιδιαίτερα μυστικιστική.

Λίγα μέτρα πιο κάτω βρίσκεται η οδός Μαύρης Πέτρας, ένα στενό μήκους περίπου 20 μέτρων με σκαλιά. Ο μύθος που τη συνοδεύει μοιάζει βγαλμένος από βιβλίο φαντασίας. Σύμφωνα με αυτόν, στο σημείο υπάρχει μια αόρατη πύλη χωροχρόνου. Η ιστορία βασίζεται στο διήγημα «Πέρα από τα Βάθη της Νύχτας» του Παντελή Γιαννουλάκη, όπου αναφέρεται ότι κάθε 15 ημέρες η πύλη εμφανίζεται και παραμένει ανοιχτή μόνο για 15 λεπτά. Μια άλλη εκδοχή του θρύλου μιλά για μια μεγάλη πέτρα που επηρέασε το μαγνητικό πεδίο της περιοχής. Η αδύναμη τηλεφωνική κάλυψη ενισχύει την απόκοσμη ατμόσφαιρα.

Στο δυτικό τμήμα της παλιάς οχύρωσης της Θεσσαλονίκης συναντάμε την περιοχή του Βαρδάρη, το σταυροδρόμι που ενώνει το κέντρο με τη δυτική πλευρά της πόλης. Αν και φέρει έντονα στοιχεία περιθωριοποίησης, έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τραγούδια και λογοτεχνικά έργα. Στο παρελθόν, ο Βαρδάρης έσφυζε από νυχτερινή ζωή, με μικρά καταλύματα, καφενεία, αλλά και σκοτεινές δραστηριότητες. Σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει: καταστήματα χαμηλού κόστους, δημόσιες υπηρεσίες, άτυπες αγορές και δομές στήριξης αστέγων συνθέτουν το παρόν του. Το όνομα «Βαρδάρης» παραμένει χαρακτηριστικό, καθώς τον χειμώνα οι ψυχροί άνεμοι σαρώνουν την περιοχή με ιδιαίτερη ένταση.

Για το GRDiscovery
Ρεπορτάζ: Ιωάννα Φιλίππου
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος-Μάριος Λεωνίδας