Η Άνω Πόλη, μία από τις πιο γνωστές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, θεωρείται από πολλούς ένας μικρός κόσμος από μόνη της. Όποιος περιηγηθεί στα στενά της, θα καταλάβει ότι πρόκειται για «ένα χωριό μέσα στην πόλη», τόσο λόγω της αρχιτεκτονικής της όσο και της ιδιαίτερης ατμόσφαιρας που διατηρεί μέχρι σήμερα. Χαρακτηριστικό σημείο της περιοχής αποτελούν τα Κάστρα του Επταπυργίου, τα οποία έχουν ιδιαίτερη ιστορική σημασία.


Από την οδό Επταπυργίου μπορεί κανείς να διακρίνει ότι τα Κάστρα είναι εξωτερικά περιφραγμένα, θυμίζοντας ένα φρούριο που κρύβει μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο. Το Γεντί Κουλέ (Yedi Kule = Επτά Πύργοι) αποτελεί το σημαντικότερο ιστορικό μνημείο της περιοχής. Πρόκειται για τις περιβόητες φυλακές που λειτούργησαν αρχικά κατά την Οθωμανική περίοδο ως φρούριο και αργότερα, κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, ως από τις πιο σκληρές φυλακές της πόλης, κλείνοντας πίσω από τα τείχη τους γνωστούς κατάδικους.
Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται ο Αριστείδης Παγκρατίδης, γνωστός και ως «ο δράκος του Σέιχ Σου», ο οποίος φυλακίστηκε και εκτελέστηκε έπειτα από μια υπόθεση που ακόμη και σήμερα προκαλεί συζητήσεις, ο λήσταρχος Τζατζάς, καθώς και συμμορίτες του Φώτη Γιάγκουλα, γνωστού λήσταρχου της εποχής με το ψευδώνυμο «ο φόβος και ο τρόμος του Ολύμπου».

Οι πασίγνωστες φυλακές του Γεντί Κουλέ έκλεισαν οριστικά το 1989, έπειτα από πρωτοβουλία του δικηγόρου και εισαγγελέα Κωνσταντίνου Λογοθέτη. Όπως μας ανέφερε ο ίδιος, ένας έλεγχος που πραγματοποιήθηκε τότε αποκάλυψε σοβαρά αδικήματα και παραβιάσεις μέσα στις φυλακές, όπως περιστατικά βίας, εμπόριο ναρκωτικών και άλλες παρανομίες.
Όπως προέκυψε από τη συνέντευξή μας μαζί του, χρειάστηκαν περίπου τρία με τέσσερα χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία κλεισίματος των φυλακών, καθώς υπήρξαν έντονες αντιδράσεις και προσπάθειες αμφισβήτησης των καταγγελιών, με ορισμένους να ισχυρίζονται ότι οι φυλακές αυτές ήταν «από τις καλύτερες της Ευρώπης».
Οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωστόσο, ήταν σοβαρές. Όπως μας ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Λογοθέτης, «οι κρατούμενοι προτιμούσαν να καταπίνουν σίδερα ή λάμπες, ώστε να μεταφερθούν στο νοσοκομείο και να φύγουν έστω και προσωρινά από τις φυλακές».
Σε σχετική ερώτησή μας για το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο ίδιος δήλωσε:
«Θεωρώ ότι όλες οι παραβιάσεις είχαν την ίδια βαρύτητα. Το δικαίωμα της Πολιτείας φτάνει μέχρι τη στέρηση της ελευθερίας ενός πολίτη με νόμιμη απόφαση. Κανείς δεν δικαιούται να βασανίζει, να χτυπά ή να χορηγεί ναρκωτικά. Οτιδήποτε γίνεται πέρα από αυτό είναι έγκλημα. Με την ιδιότητά μου ως εισαγγελέας και επόπτης των φυλακών, δεν μπορούσα να το δεχτώ».

Όταν τελικά οι φυλακές έκλεισαν το 1989 και παραδόθηκαν στο Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό μνημείο, πραγματοποιήθηκε στον χώρο μια θεατρική παράσταση της «Ερωφύλης» του Χορτάτση. Όπως μας ανέφερε ο κ. Λογοθέτης, η στιγμή εκείνη αποτέλεσε για τον ίδιο μια μορφή ηθικής δικαίωσης.
Λίγο πιο πέρα από το Γεντί Κουλέ βρίσκεται η μεγάλη πύλη των Κάστρων, γνωστή και ως «Πορτάρα», στην οδό Ακροπόλεως. Από εκεί ξεκινά κανείς την περιήγηση στον ιδιαίτερο «μικρό κόσμο» της Άνω Πόλης, όπου συναντά παραδοσιακά σπίτια, μικρά μαγαζιά και εστιατόρια που διατηρούν τη ζεστή, γειτονική ατμόσφαιρα της περιοχής.

Ένα από αυτά είναι και το γνωστό «Σπίτι του Πασά». Το κτίριο, που χτίστηκε το 1897 ως κατοικία, λειτουργεί σήμερα ως οικογενειακό κατάστημα. Συζητώντας με τον ιδιοκτήτη, κ. Θεοδόση, μάθαμε ότι η περιοχή όπου βρίσκεται το Σπίτι του Πασά ονομαζόταν Τουρκομαχαλάς και αποτελούσε την ανατολική πλευρά της Άνω Πόλης, κοντά στα παλιά κοιμητήρια, όπου ζούσαν κυρίως τουρκικοί πληθυσμοί.
Στην απέναντι πλευρά βρισκόταν ο Φραγκομαχαλάς, με κέντρο το Τσινάρι, όπου κατοικούσαν Φράγκοι και άλλες κοινότητες. Μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, μεγάλο μέρος της πόλης ξαναχτίστηκε πάνω στα αποκαΐδια της, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής αυτής.
Ιδιαίτερη είναι και η ιστορία του ονόματος «Σπίτι του Πασά». Όπως μας εξηγεί ο κ. Θεοδόσης, δεν κατοικούσε εκεί κάποιος Τούρκος πασάς. Αντίθετα, στο σπίτι έμενε ένας χριστιανός που είχε έρθει στην περιοχή μετά την ανταλλαγή πληθυσμών. Επειδή είχε δύο γυναίκες, μία σε κάθε όροφο του σπιτιού, οι κάτοικοι της γειτονιάς τον αποκαλούσαν χαριτολογώντας «Πασά», και έτσι έμεινε το όνομα.
Το Σπίτι του Πασά, που λειτουργεί ως μαγαζί από το 1993, αποτελεί σημείο συνάντησης της γειτονιάς. Ακόμη και πριν μετατραπεί σε κατάστημα, στο σημείο υπήρχε μια μικρή βρύση που αποτελούσε στέκι των κατοίκων.

Φυσικά, από την Άνω Πόλη δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι ιστορικοί ναοί. Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου των Ορφανών, στην οδό Ηροδότου, είναι μια πέτρινη εκκλησία περιτριγυρισμένη από πράσινο, που θυμίζει περισσότερο εξοχικό τοπίο.
Όπως μας εξήγησε ο ηγούμενος και επίσκοπος Αμορίου Νικηφόρος, η ονομασία «Ορφανός» προέρχεται από το ορφανοτροφείο που λειτουργούσε παλαιότερα στην περιοχή από τους μοναχούς. Με την πάροδο του χρόνου, η ονομασία παραφθάρθηκε και καθιερώθηκε ως «Άγιος Νικόλαος των Ορφανών». Ο ναός λειτουργεί ως εξαρτηματικός ναός της Ιεράς Μονής Βλατάδων.
Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και η Μονή Βλατάδων, το μοναδικό βυζαντινό μοναστήρι της Θεσσαλονίκης που σώζεται έως σήμερα. Σύμφωνα με τον ηγούμενο Νικηφόρο, η μονή συνδέεται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως την παρουσία του Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη και τη φυγή του προς τη Βέροια μετά τις διώξεις που υπέστη.
Επιπλέον, ο χώρος συνδέεται με τη μορφή του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ο οποίος σφράγισε την ιστορία της τοπικής αλλά και της οικουμενικής Εκκλησίας. Το όνομα της μονής προέρχεται από τους μαθητές και ανακαινιστές του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Δωρόθεο και Μάρκο Βλαττή.
Σήμερα, η Μονή Βλατάδων παραμένει σημαντικό πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο για την πόλη. Όπως αναφέρει ο ηγούμενος, «η μονή αποτελεί μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης, και ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της Άνω Πόλης». Παράλληλα φιλοξενεί διεθνή και επιστημονικά συνέδρια στο αμφιθέατρο της σχολής που λειτουργεί στον χώρο.



Η Άνω Πόλη παραμένει μέχρι σήμερα ένας τόπος όπου η ιστορία συνυπάρχει με την καθημερινότητα. Τα Κάστρα, το Γεντί Κουλέ, οι ναοί και τα παραδοσιακά σπίτια δεν αποτελούν απλώς μνημεία του παρελθόντος, αλλά ζωντανά σημεία αναφοράς για την τοπική κοινωνία. Ένας χώρος που συνεχίζει να εξελίσσεται, διατηρώντας όμως αναλλοίωτη την ταυτότητά του μέσα στον χρόνο.
Για το GRDiscovery