Η μνήμη των τειχών

Τα βυζαντινά τείχη της συμπρωτεύουσας της Ελλάδας, της Θεσσαλονίκης, κοσμούν την πόλη και αναδεικνύουν τον ρομαντισμό της. Όσα τείχη στέκονται ακόμη αγέρωχα μαρτυρούν ιστορίες αιώνων πολιορκιών και γεγονότων.

Η παλιά οχύρωση της πόλης διαγράφει μια μακρά ιστορία, από την κατασκευή της περί τον 4ο αιώνα μ.Χ. έως την κατάληψή της από τους Οθωμανούς το 1430. Σήμερα, τα εναπομείναντα τείχη έχουν μήκος περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων (αρχικό μήκος οκτώ χιλιόμετρα).

Τα πιο ορατά τμήματα των τειχών της Θεσσαλονίκης βρίσκονται στην Άνω Πόλη και στα όρια του Δήμου Συκεών–Νεάπολης, όπου το συγκεκριμένο τμήμα της οχύρωσης αποτέλεσε την Ακρόπολη της πόλης. Η Ακρόπολη περιλαμβάνει το Επταπύργιο (ή Γεντί Κουλέ) και τα υπόλοιπα υψώματα της ευρύτερης περιοχής. Η Σοφία Γρυδάκη, στο έργο «Θέματα Αρχαιολογίας: Τα τείχη της Θεσσαλονίκης», αναφέρει ότι η Άνω Πόλη υπήρξε η μεγαλύτερη συνοικία μουσουλμάνων.

Το Επταπύργιο ήταν ένα από τα σημαντικότερα αμυντικά σημεία της πόλης κατά τα οθωμανικά χρόνια. Τον 19ο αιώνα φιλοξενούσε μία από τις πιο σκληρές φυλακές πολιτικών κρατουμένων της χώρας, η οποία έκλεισε μόλις το 1989, ενώ σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Ο Πύργος του Τριγωνίου, που δεσπόζει στην Ακρόπολη, είναι ένας από τους δύο εναπομείναντες πύργους της Θεσσαλονίκης, μαζί με τον Λευκό Πύργο. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οθωμανικές κατασκευές από στρατιωτικής άποψης και ενίσχυσε την οχύρωση της πόλης. Οι ντόπιοι τον αποκαλούν και «Πυροβολείο».

Ο Λευκός Πύργος, ο ένας από τους δύο εναπομείναντες πύργους, αποτελεί το σύμβολο της Θεσσαλονίκης και σήμα-κατατεθέν της. Ήταν μέρος της παραθαλάσσιας οχύρωσης της πόλης και το μοναδικό τμήμα της που σώζεται έως σήμερα. Το 8ο τεύχος του «Ελληνικού Πανοράματος» σημειώνει και τη δεύτερη χρήση του ως φυλακή βαρυποινιτών, καθώς και την ονομασία του ως «Πύργος του Αίματος»:

«Στις επάλξεις του οι δήμιοι έσφαζαν τους θανατοποινίτες και το αίμα που έρεε έδωσε στον πύργο το φρικιαστικό προσωνύμιο Πύργος του Αίματος (Κανλί Κουλέ)».

Ο ιστορικός Ευάγγελος Χεκίμογλου αναφέρει:
«…Η απέχθεια και ο τρόμος που έσπειρε ο Πύργος του Αίματος ανάμεσα στους χριστιανούς της πόλης δεν συνδέεται απλώς με το γεγονός ότι στέγαζε φυλακή –αφού και άλλες φυλακές υπήρχαν– αλλά με την ιδιότητά του ως κέντρου της ένοπλης και αυθαίρετης εξουσίας των γενιτσάρων, που τρομοκρατούσαν καθημερινά και επί αιώνες τη Θεσσαλονίκη…».

Ωστόσο, όσον αφορά τη σημερινή του ονομασία, υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η μία αναφέρει ότι ένας θανατοποινίτης εξαγόρασε την ελευθερία του ασβεστώνοντας τον πύργο, ενώ η άλλη ότι την απόφαση για τη μετονομασία πήρε ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Αργότερα, τον 19ο αιώνα, οι φυλακές του Λευκού Πύργου μεταφέρθηκαν στο Γεντί Κουλέ.

Η Πλατεία Δημοκρατίας, ή αλλιώς «Βαρδάρης» για τους ντόπιους, φιλοξενεί τμήμα της δυτικής οχύρωσης της πόλης και τον «Πύργο του Βαρδαρίου», η οποία εκτείνεται προς τα Δικαστήρια. Σύμφωνα με τον Τούρκο συγγραφέα Εβλιγιά Τσελεμπή, ο πύργος κατασκευάστηκε προς τιμήν του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς το 1546.

Τμήμα του Δικαστικού Μεγάρου έχει χτιστεί πάνω στα νοτιοδυτικά τείχη, με τον λόγο αυτής της επιλογής να παραμένει άγνωστος. Τα δυτικά τείχη εκτείνονται κατά μήκος της περιοχής του Βαρδάρη, ενώ η περίφημη Ληταία Πύλη (που δεν σώζεται σήμερα) βρισκόταν μεταξύ των οδών Αγίου Δημητρίου και Αγίας Ειρήνης.

Τα ανατολικά τείχη περιλαμβάνουν το τμήμα στη Μελενίκου, απέναντι από τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και εκτείνονται έως τη συμβολή των οδών Φιλικής Εταιρείας και Τσιμισκή.

Σε κάθε στενό, σε κάθε τούβλο, κρύβεται η πλούσια και πολυπολιτισμική ιστορία της Θεσσαλονίκης. Κάθε τείχος δημιουργεί μια νέα ανάμνηση και συμπληρώνει την παλιά.

Για το GRDiscovery

Ρεπορτάζ: Ιωάννα Φιλίππου

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος-Μάριος Λεωνίδας