Ανά τα χρόνια της ανθρωπότητας, έχουμε γνωρίσει πολλούς σπουδαίους ανθρώπους και ηγέτες, από τον Μέγα Αλέξανδρο, που δημιούργησε μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες της αρχαιότητας, μέχρι τον Nelson Mandela, που έγινε σύμβολο ελευθερίας και συμφιλίωσης, και πολλούς ακόμη, οι οποίοι, παρά τις αμφισβητήσεις και τις δυσκολίες, άφησαν το στίγμα τους στον κόσμο και έμειναν αξέχαστοι στην ιστορία. «Ταξιδεύουμε» στην Ιερουσαλήμ του 1161 μ.Χ., στη γέννηση ενός ανθρώπου που έμελλε να μη λησμονηθεί ποτέ: του βασιλιά Βαλδουίνου Δ΄.

Ο πατέρας του, Αμωρί Α΄ της Ιερουσαλήμ, ήταν ένας πολύ ικανός ηγέτης και ένας από τους πιο δραστήριους ηγεμόνες των Σταυροφορικών Κρατών. Πραγματοποίησε πολλές εκστρατείες στην Αίγυπτο, επειδή αντιλαμβανόταν πως όποιος έλεγχε την Αίγυπτο θα αποκτούσε τεράστια δύναμη στην περιοχή. Παντρεύτηκε την Αγνή του Κουρτεναί και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Βαλδουίνο Δ΄ και τη Σιβύλλα της Ιερουσαλήμ. Πριν από τη στέψη του, όμως, οι βαρόνοι του βασιλείου απαίτησαν να χωρίσει την Αγνή. Οι λόγοι ήταν πολιτικοί, καθώς θεωρούσαν πως η οικογένειά της είχε αποκτήσει υπερβολική επιρροή. Ο γάμος ακυρώθηκε, αλλά τα παιδιά παρέμειναν νόμιμοι διάδοχοι. Ο Αμωρί πέθανε στις 11 Ιουλίου του 1174 μ.Χ., σε ηλικία περίπου 38 ετών. Οι πηγές αναφέρουν πως, όταν επέστρεψε από εκστρατεία στην Αίγυπτο, αρρώστησε σοβαρά. Είχε έντονο πυρετό και δυσεντερία, πιθανότατα από τυφοειδή πυρετό ή κάποια άλλη λοιμώδη νόσο της εποχής.

Η μητέρα του, η Αγνή, μετά τον χωρισμό της από τον Αμωρί Α΄ της Ιερουσαλήμ, συνέχισε να διατηρεί σημαντική επιρροή στην αυλή. Έμεινε κοντά στα παιδιά της, ενώ παντρεύτηκε άλλες δύο φορές. Αρχικά παντρεύτηκε τον Χιούγο του Ιμπελίν, μέλος της ισχυρής οικογένειας των Ιμπελίν, και, μετά τον θάνατό του, τον Ρενάλδο του Σιδώνος, έναν από τους πιο μορφωμένους και ικανούς ευγενείς των Σταυροφορικών Κρατών. Παρότι δεν ήταν πλέον σύζυγος του βασιλιά όταν ο Βαλδουίνος ανέβηκε στον θρόνο, η θέση και η επιρροή της ενισχύθηκαν σημαντικά. Η Αγνή υποστήριζε έντονα την κόρη της, Σιβύλλα, και μέσω αυτής επηρέαζε ακόμη και ζητήματα διαδοχής του θρόνου. Αυτό την έφερνε συχνά σε σύγκρουση με πολλούς ισχυρούς βαρόνους του βασιλείου. Πέθανε το 1184, όταν είχε ξεσπάσει επιδημία στην Ιερουσαλήμ. Οι πηγές αναφέρουν πως πιθανότατα πέθανε από κάποια επιδημική ασθένεια, ίσως πανώλη ή άλλη μεταδοτική νόσο. Έφυγε από τη ζωή μόλις έναν χρόνο πριν από τον γιο της.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Βαλδουίνος στέφθηκε βασιλιάς σε ηλικία μόλις 13 ετών. Ήταν ένας νεαρός ηγέτης που, εκτός από τις δυσκολίες της διακυβέρνησης ενός κράτους, έδινε ήδη μία άλλη μάχη: τη μάχη με τη λέπρα. Σε ηλικία μεταξύ 9 και 11 ετών, οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν ότι εμφανίστηκαν τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας. Ο πρώτος που το αντιλήφθηκε ήταν ο δάσκαλός του, ο Γουλιέλμος της Τύρου. Ο ίδιος περιγράφει ότι ο μικρός Βαλδουίνος, καθώς έπαιζε με τα άλλα αγόρια, δεχόταν τσιμπήματα, γρατζουνιές και χτυπήματα στα χέρια, χωρίς να αντιδρά. Ο Γουλιέλμος κατάλαβε πως δεν ένιωθε πόνο στο δεξί του χέρι. Αυτή θεωρείται η πρώτη καταγεγραμμένη ένδειξη της ασθένειας.
Αξιοσημείωτο είναι πως, ενώ σε ολόκληρη την Ευρώπη οι λεπροί απομονώνονταν, ζούσαν σε ειδικά ιδρύματα και θεωρούνταν από πολλούς «καταραμένοι» ή «τιμωρημένοι από τον Θεό», ο Βαλδουίνος όχι μόνο δεν απομονώθηκε, αλλά έγινε και βασιλιάς. Αυτό συνέβη επειδή ο πατέρας του, ο Αμαλρίχος Α΄, δεν είχε άλλον νόμιμο γιο. Αυτό αποτελούσε τεράστιο πρόβλημα, καθώς, αν απομάκρυναν τον Βαλδουίνο από τη διαδοχή, θα ξεκινούσαν συγκρούσεις μεταξύ των ευγενών λόγω των πολλών διεκδικητών που θα εμφανίζονταν και ίσως ξεσπούσε εμφύλιος πόλεμος. Για τους βαρόνους της Ιερουσαλήμ, ένας άρρωστος διάδοχος ήταν προτιμότερος από έναν εμφύλιο.

Απέναντί του βρισκόταν ο βασικός του εχθρός, ο Σαλαντίν, σουλτάνος της Αιγύπτου και της Συρίας και ιδρυτής της δυναστείας των Αγιουβιδών. Ξεκίνησε ως στρατηγός, κατέλαβε την Αίγυπτο, υπέταξε τη Συρία, απέκτησε τη Μεσοποταμία, ένωσε μεγάλα τμήματα του μουσουλμανικού κόσμου και κατάφερε να επανενώσει το μουσουλμανικό μέτωπο. Ο μεγαλύτερος στόχος του, όπως και των περισσότερων μουσουλμάνων ηγετών της εποχής, ήταν η ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ.
Το εντυπωσιακό με τον Βαλδουίνο είναι πως, εκτός από γενναίος και ευφυής, ήταν και ιδιαίτερα ρεαλιστής. Ήξερε πως δεν μπορούσε να κατακτήσει τη Δαμασκό, δεν μπορούσε να συντρίψει τον Σαλαντίν και δεν διέθετε αρκετούς άνδρες για μεγάλες εκστρατείες. Όλα αυτά τον οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας περισσότερο αμυντικής στρατηγικής. Η στρατηγική του βασιζόταν σε ισχυρά κάστρα, γρήγορες επιθέσεις, συμμαχίες με τοπικούς άρχοντες και διατήρηση ισορροπιών στο εσωτερικό. Με αυτή την προσέγγιση, το βασίλειο παρέμεινε ζωντανό για περισσότερο από μία δεκαετία.

Η στιγμή, όμως, που ο Βαλδουίνος πέρασε πραγματικά στην ιστορία ήταν η Μάχη του Μοντζιζάρ, το 1177. Ο Σαλαντίν εισέβαλε με δυνάμεις που υπερείχαν σημαντικά εκείνων των Σταυροφόρων. Οι περισσότεροι πίστευαν πως το βασίλειο δεν είχε καμία ελπίδα. Τότε, όμως, ο Βαλδουίνος έκανε κάτι εξαιρετικά απρόσμενο και επικίνδυνο: αντί να κλειστεί στα κάστρα, επιτέθηκε. Οι Ναΐτες Ιππότες και οι δυνάμεις του βασιλείου χτύπησαν αιφνιδιαστικά τον στρατό του Σαλαντίν. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για τους μουσουλμάνους. Ο Σαλαντίν διέφυγε με δυσκολία. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν τη μάχη μία από τις πιο απροσδόκητες νίκες ολόκληρης της εποχής των Σταυροφοριών.

Το πιο αξιοσημείωτο σε αυτή την ιστορία είναι πως ο Βαλδουίνος βρέθηκε ο ίδιος στο πεδίο της μάχης. Ανέβηκε στο άλογό του, στάθηκε δίπλα στους στρατιώτες του και ηγήθηκε της εκστρατείας. Αυτό είχε τεράστια ψυχολογική σημασία για τους άνδρες του, οι οποίοι έβλεπαν έναν νεαρό βασιλιά να γνωρίζει ότι πεθαίνει αργά, αλλά να συνεχίζει να πολεμά στο πλευρό τους.
Βέβαια, όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, ο πραγματικός εχθρός βρισκόταν εντός των συνόρων. Ήταν οι ίδιοι οι Φράγκοι ευγενείς. Το βασίλειο είχε χωριστεί σε αντίπαλες παρατάξεις, με σημαντικότερες προσωπικότητες τον Ραϋμόνδο Γ΄ της Τρίπολης, τον Γκυ ντε Λουζινιάν, τον Ρενώ ντε Σατιγιόν και τη Σιβύλλα της Ιερουσαλήμ. Ο Βαλδουίνος προσπαθούσε συνεχώς να αποτρέπει εμφύλιες συγκρούσεις.

Όσο η ασθένειά του προχωρούσε και ο ίδιος καταλάβαινε πως ο θάνατός του πλησίαζε, αντί να αφήσει κενό εξουσίας, έστεψε συμβασιλιά τον ανιψιό του, Βαλδουίνο Ε΄. Αυτή ήταν μια προσπάθεια να αποτρέψει την άνοδο του Γκυ ντε Λουζινιάν, τον οποίο θεωρούσε ανεπαρκή. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν πως ο Βαλδουίνος είχε αξιολογήσει σωστά τον χαρακτήρα και τις ικανότητές του.
Ο Γκυ ντε Λουζινιάν ήταν ο σύζυγος της αδελφής του. Στην αρχή είχε τη στήριξη του Βαλδουίνου, ο οποίος του ανέθεσε μάλιστα τη διοίκηση του στρατού. Όταν όμως ήρθε η κρίσιμη στιγμή απέναντι στον Σαλαντίν, ο Γκυ δίστασε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να απογοητεύσει τον Βαλδουίνο, ο οποίος από τότε άρχισε να αναζητά τρόπο να τον αποκλείσει από τη διαδοχή.
Στις αρχές του 1185, η κατάσταση της υγείας του έγινε απελπιστική. Οι πηγές περιγράφουν έναν άνθρωπο σχεδόν τυφλό, σχεδόν παράλυτο και εξαντλημένο από χρόνια λοίμωξη. Πιθανότατα πέθανε από επιπλοκές της λέπρας και τις δευτερογενείς λοιμώξεις που αυτή προκαλούσε. Πέθανε το 1185, σε ηλικία μόλις 24 ετών, έχοντας κυβερνήσει για έντεκα χρόνια.

Μετά τον θάνατό του, ο θρόνος πέρασε στον Βαλδουίνο Ε΄. Το παιδί ήταν περίπου οκτώ ετών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κυβερνήσει μόνο του. Έτσι ξεκίνησε ένας νέος κύκλος πολιτικών συγκρούσεων. Έναν χρόνο αργότερα, το 1186, ο μικρός Βαλδουίνος Ε΄ πέθανε ξαφνικά. Οι ιστορικοί δεν γνωρίζουν ακριβώς την αιτία του θανάτου του, αν και πιθανότατα επρόκειτο για κάποια ασθένεια.
Με τον θρόνο πλέον χωρίς άμεσο διάδοχο, βασίλισσα στέφθηκε η Σιβύλλα της Ιερουσαλήμ και, αμέσως μετά, βασιλιάς έγινε ο σύζυγός της, Γκυ ντε Λουζινιάν. Ακριβώς το σενάριο που ο Βαλδουίνος Δ΄ προσπαθούσε επί χρόνια να αποτρέψει.
Το αποτέλεσμα φάνηκε πολύ γρήγορα. Το 1187, με τη νέα εισβολή του Σαλαντίν, το βασίλειο υπέστη συντριπτικό πλήγμα και η Ιερουσαλήμ χάθηκε.

Η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας είναι πως ο Βαλδουίνος πέρασε ολόκληρη τη ζωή του πολεμώντας όχι μόνο τους εχθρούς του βασιλείου, αλλά και την ίδια του την ασθένεια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν σχεδόν τυφλός, ανήμπορος να περπατήσει χωρίς βοήθεια και γνώριζε ότι ο θάνατος πλησίαζε. Κι όμως, όσο ζούσε, το βασίλειο άντεχε. Μετά τον θάνατό του, μέσα σε μόλις δύο χρόνια, χάθηκαν όλα όσα προσπαθούσε να προστατεύσει σε ολόκληρη τη ζωή του. Η Ιερουσαλήμ έπεσε και το έργο του κατέρρευσε. Γι’ αυτό πολλοί ιστορικοί πιστεύουν πως η πραγματική αξία του Βαλδουίνου φάνηκε μόνο όταν έφυγε από τη ζωή. Τότε όλοι κατάλαβαν πόσο σημαντικός ήταν για την επιβίωση του βασιλείου.
Για το GRDiscovery
Ρεπορτάζ: Νίκος Σπυράκος