Διερευνώντας την ιστορία του εσωτερισμού

Στην παρούσα μελέτη, θα συνοψίσω την ιστορία του εσωτερισμού, όπως την έχω διδαχθεί από τον διακεκριμένο ακαδημαϊκό φιλόσοφο και ελευθεροτέκτονα Μέγα Διδάσκαλο Giuliano Di Bernardo (https://www.giulianodibernardo.com/) και σύμφωνα με τη γενική ιστορία της φιλοσοφίας.

Ο εσωτερισμός στην Αρχαιότητα: Ορφισμός–Πυθαγορισμός

Ο 6ος αιώνας π.Κ.Ε. στην Ελλάδα ήταν μια εποχή βαθέων μετασχηματισμών, οι οποίοι συνέβησαν στο μεσοδιάστημα μεταξύ της κατάρρευσης των αρχαίων μοναρχιών που περιγράφονται στα ποιήματα του Ομήρου και της ανόδου των δημοκρατικών πόλεων-κρατών, το σημαντικότερο παράδειγμα των οποίων είναι η Αθήνα. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, τα Ορφικά Μυστήρια αντιπροσώπευαν έναν πόθο για απελευθέρωση από την καταπίεση των ολιγαρχικών καθεστώτων εκείνης της ταραγμένης εποχής, αποτελούσαν ένα ιερό καταφύγιο για τα εκλεκτά πνεύματα, και ένα μέσο επίτευξης της ηθικής τελειοποίησης εντός μιας θρησκευτικής κοσμογονίας.

Ο κεντρικός θεός του Ορφισμού ήταν ο Διόνυσος, ο νεότερος Ολύμπιος θεός, ο οποίος, σαν τον Ορφέα, καταγόταν από τη Θράκη και είναι γνωστός για τις ταλαιπωρίες που υπέστη και τον άδικο θάνατό του. Οι θεοί του Ολύμπου, οι οποίοι είχαν προσδώσει δόξα στην παλαιά πολεμική αριστοκρατία την οποία εξύμνησε ο Όμηρος και αντιπροσώπευαν μια περισσότερο εξωστρεφή στάση, σταδιακά έχασαν τη σημασία τους για χάρη μιας εσωτερικότερης προσέγγισης της θρησκείας και για χάρη περισσότερο εσωστρεφών στάσεων.

Ο Πλάτων, στον διάλογο “Φαίδρος”, παρουσιάζει τον Διόνυσο να εποπτεύει την “τελεστική μανία” και διευκρινίζει ότι πρόκειται για τυπικά που εκτελούνταν για θεραπευτικούς σκοπούς. Στο βιβλίο του “Νόμοι”, ο Πλάτων γράφει ότι “τελετές και καθαρμοί” διεξάγονταν από ανθρώπους μεταμφιεσμένους σε Νύμφες, Πάνες, Σειληνούς, και Σατύρους. Επιπλέον, ο Αριστοτέλης, στο επανανακαλυφθέν απόσπασμα 15 του βιβλίου του “Περί Φιλοσοφίας”, υποστηρίζει ότι, στο τελικό στάδιο των αρχαίων ελληνικών μυητικών τύπων, δεν υπήρχε περαιτέρω μάθηση (“μαθεῖν”), αλλά βίωμα (“παθεῖν”) σε συνδυασμό με μια αλλαγή της κατάστασης του νου (“διατεθῆναι”), και γι’ αυτόν τον λόγο, οι μυητικοί τύποι περιλαμβάνουν μυστικιστικά οράματα εικόνων, και όχι μόνο εννοιολογική, αφηρημένη γνώση (Ross, Aristotelis Fragmenta Selecta).

Οι οπαδοί του Ορφισμού εμπνέονταν από ένα σύνολο πεποιθήσεων οι οποίες αποτελούσαν ένα θρησκευτικό δόγμα. Πίστευαν ότι στον άνθρωπο υπήρχε μια θεϊκή αρχή, ο “δαίμων”, που αναγκάστηκε να ζήσει στο σώμα για να εξιλεωθεί για μια αρχική ενοχή. Αυτός ο δαίμων ήταν αθάνατος και, άρα, μετά από τον θάνατο του σώματός του, ήταν προορισμένος να μετενσαρκωθεί σε άλλα σώματα ωσότου ολοκληρωνόταν η εξιλέωση της ενοχής του. Ο κύκλος των μετενσαρκώσεων μπορούσε να συντομευθεί με την πραγματοποίηση συγκεκριμένων τελετουργιών εξαγνισμού. Μόνο εκείνοι που είχαν μυηθεί στην ορφική ζωή θα άξιζαν το δώρο της ζωής στο επέκεινα μετά από τον θάνατο των γήινων σωμάτων τους. Έτσι, ο Ορφισμός διαμόρφωσε την αρχή της “υπέρβασης”, που σημαίνει ένα όραμα ανόδου της ανθρωπότητας σε ένα ανώτερο επίπεδο του “είναι” και μια διεύρυνση της συνείδησης. Επίσης, ο Ορφισμός, ως μυστηριακή λατρεία, διαμόρφωσε την αρχή της “αδελφότητας”, στο πλαίσιο μιας κοινής μύησης, και την αρχή του “μυητικού μυστικού”.

Η μυστηριακή θρησκεία των Ορφικών είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη της ελληνικής σκέψης, όχι τόσο λόγω του δόγματος της μετενσάρκωσης, όσο για τη δυϊστική σύλληψη σύμφωνα με την οποία ο δαίμων είναι το αντίστοιχο της ψυχής, ενώ το σώμα είναι ο τόπος της εξιλέωσής της. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ορφισμός απελευθερώνει τον ανθρώπινο νου από τη λογική της φυσικής ανάγκης και καλλιεργεί την πεποίθηση ότι το ανθρώπινο ον υπερβαίνει το απλό επίπεδο του ζώου. Για πρώτη φορά, ο άνθρωπος γίνεται κατανοητός ως η ένωση δύο αντίθετων αρχών: της αθάνατης ψυχής και του θνητού σώματος. Επιπρόσθετα, σύμφωνα τον Ορφισμό, ο άνθρωπος έχει τόσο την τάση να κάνει το καλό, που υποστηρίζεται από την ψυχή, όσο και την τάση να κάνει το κακό, που υποστηρίζεται από το σώμα. Αυτό οδηγεί σε έναν δυϊσμό που θα διατρέξει όλη την ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης έως και σήμερα. Χωρίς τον Ορφισμό, δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε τον Πυθαγόρα, τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, και τους φιλοσόφους που ακολούθησαν τα βήματά τους.

Ο Ορφισμός, με την κοσμογονία και τα τυπικά του, αποτελεί την πρώτη εσωτεριστική εταιρεία με μυητικές πρακτικές. Είναι εσωτεριστικός θεσμός, επειδή τα μυστήριά του αποκαλύπτονται μόνο σε εκείνους που αποτελούν μέρος του, στους ειδήμονες. Είναι μυητικός θεσμός, επειδή κάποιος μπορεί να τον προσεγγίσει μόνο μέσω μιας τελετουργίας θανάτου/ανάστασης, στο πλαίσιο της οποίας ο μυούμενος υφίσταται και περνάει ορισμένες δοκιμασίες.

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να εξηγήσουμε κάπως εκτενέστερα τη φιλοσοφικής υφής διαφορά μεταξύ της αρχαίας δημόσιας πολυθεϊστικής θρησκείας και του Ορφισμού, από τον οποίο κατάγονται τα αρχαία ελληνικά μυστήρια και η πλατωνική φιλοσοφία. Οι θεότητες της δημόσιας αρχαίας ελληνικής θρησκείας δεν είχαν προσωπική διάσταση και, άρα, δεν διέθεταν αυτόνομη βούληση, επειδή η υπόστασή τους ταυτιζόταν με μια επιμέρους κοσμική ενέργεια την οποία ενσάρκωναν. Εξού και ένας αρχαίος θεός προκαλούσε μια κατάσταση όχι επειδή ενεργούσε σύμφωνα με μια ελεύθερη βούληση, αλλά επειδή αυτός ο ίδιος ήταν αυτή η κατάσταση. Για παράδειγμα, η θεά Αφροδίτη αποτελεί μια προσωποποίηση του γενετήσιου ενστίκτου και το αντιπροσωπεύει στις καλές και στις επώδυνες συνέπειές του, αλλά δεν ενδιαφέρεται, ούτε μπορεί, να το μεταστοιχειώσει σε μια πολιτισμένη μορφή έρωτα (πρόκειται για ένα φυσικό δεδομένο).

Σε αυτόν τον εγγενή περιορισμό της αρχαίας δημόσιας θρησκείας οφείλονται ο πολυθεϊσμός και, ειδικότερα, το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν έτοιμοι να αποδεχθούν οποιαδήποτε νέα θεότητα στον βαθμό που εξέφραζε μια φυσική δύναμη η οποία έως εκείνη τη στιγμή δεν είχε συμπεριληφθεί (αντιπροσωπευθεί) στο εγκαθιδρυμένο σύστημα πολυθεϊστικής πίστης. Αυτή την πνευματική αδυναμία της αρχαίας δημόσιας θρησκείας έτειναν να θεραπεύσουν τα αρχαία μυστήρια, που αναδείκνυαν έναν προσωπικό, εσώτερο τρόπο λατρείας.

Τα αρχαία μυστήρια γενικά και ο Ορφισμός ειδικά προσέφεραν μια διέξοδο στην εσωτερική απαίτηση για υπαρξιακή ολοκλήρωση και ευδαιμονία του υποκειμένου, μια απαίτηση την οποία η δημόσια θρησκεία παρέβλεπε, καθώς η δημόσια θρησκεία κάλυπτε ορισμένες βασικές ανάγκες της ύπαρξης, αλλά απέκλειε την εσωτερική ζωή τόσο των θεών όσο και των ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά, ο Θεός των μυστηρίων αποτελεί ένα καθαρό πνεύμα που απευθύνεται στο ανθρώπινο πνεύμα και, συγκροτώντας μια σχέση πνεύματος προς πνεύμα, προσφέρει ένα όραμα προσωπικής λύτρωσης του ανθρώπου.

Ο Ορφισμός άσκησε μια ισχυρή επίδραση όχι μόνο στη γέννηση του φιλοσοφικού αναστοχασμού αλλά και στις σχολές που εμπνεύστηκαν από εκείνον. Η σημαντικότερη από αυτές τις σχολές ήταν η Σχολή των Πυθαγορείων, που ιδρύθηκε από τον Πυθαγόρα στον Κρότωνα, στη Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία), περί το 530 π.Κ.Ε. Όπως ο Ορφισμός, έτσι και ο Πυθαγορισμός εκφράζει μια θρησκευτική ανθρωπολογία βασισμένη στην αθανασία και στη μετενσάρκωση της ψυχικής ουσίας, σύμφωνα με ένα σκεπτικό εξιλέωσης κάποιου αρχέγονου σφάλματος και σύμφωνα με μια τελεολογία που καταλήγει στην κάθαρση.

Ωστόσο, η σκέψη του Πυθαγόρα εκφράζει μια καινοτομία σε σχέση με τον Ορφισμό. Συγκεκριμένα, ο Πυθαγόρας πιστεύει ότι η επιστήμη μπορεί να αποτελέσει ένα μέσο εξαγνισμού, υπό την έννοια ότι η άγνοια θεωρείται ως μια ενοχή από την οποία απελευθερωνόμαστε με τη γνώση. Συνεπώς, η επιστημονική γνώση μαζί με έναν ηθικό τρόπο ζωής και τις κατάλληλες τελετουργίες συνθέτουν μια μέθοδο που, σύμφωνα με τον Πυθαγόρα, επιταχύνει την κάθαρση, τη λύτρωση.

Στη Σχολή των Πυθαγορείων, η οποία ήταν μια φιλοσοφική, θρησκευτική, και επιστημονική αδελφότητα, οι μαθητές ήταν διαιρεμένοι στους “ακουσματικούς” (“ακροατές”), οι οποίοι παρακολουθούσαν το μάθημα σιωπηλοί και ήταν αφοσιωμένοι στην ερμηνεία του, και στους “μαθηματικούς” (κατ’ εξοχήν “μαθητευομένους”), στους οποίους επιτρεπόταν να συζητούν με τον διδάσκαλο και διδάσκονταν οι βαθύτερες όψεις της επιστημονικής γνώσης. Οι θεμελιώδεις πεποιθήσεις του Πυθαγόρα είναι οι εξής: (1) Η φύση και, γενικά, το σύμπαν έχουν μια υποκείμενη μαθηματική δομή. (2) Ο τελικός σκοπός της φιλοσοφίας είναι η πνευματική κάθαρση. (3) Η καθαρή ψυχή μπορεί να φθάσει στην εμβίωση της ένωσης με τη θεότητα. (4) Συγκεκριμένα σύμβολα, μεταξύ των οποίων και ορισμένα μαθηματικά σύμβολα, έχουν μια μυστική σημασία. (5) Όλοι όσοι είναι μυημένοι στο Τάγμα του Πυθαγόρα πρέπει να τηρούν κανόνες αυστηρής πειθαρχίας και εχεμύθειας.

Ο εσωτερισμός στον Μεσαίωνα

Ο Ορφέας και ο Πυθαγόρας εγκαινίασαν μια μυστική παράδοση ανθρώπινης σκέψης η οποία φυλασσόταν για λίγους εκλεκτούς και, μετά από τη διέλευσή της μέσα από τους Σκοτεινούς Χρόνους που ακολούθησαν την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, συνέχισε να επιβιώνει και να αναπτύσσεται έως και σήμερα.

Κατά τη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων, ο αλφαβητισμός στην Ευρώπη έγινε πρακτικά άγνωστος έξω από τα όρια του κλήρου. Επίσης, ακόμα και ο κλήρος δύσκολα θα ήταν επαρκώς ενημερωμένος για τις απαγορευμένες μυστηριακές παραδόσεις, όσο και αν εν τω μεταξύ διάφορες μυστηριακές αφηγήσεις είχαν εκχριστιανιστεί, και φαίνεται λίγο πιθανό ο κλήρος να κατέγραψε τις αυθεντικές μυστηριακές παραδόσεις, ακόμα και αν ήταν γνωστές, αφού αυτό προϋποθέτει ένταξη ή, τουλάχιστον, φιλική γνωριμία.

Το επίπεδο αναλφαβητισμού και άγνοιας από την πτώση της Ρώμης έως την Αναγέννηση, που ήταν μια περίοδος περίπου χιλίων ετών, είναι σχεδόν αδιανόητο σήμερα. Διάφοροι αναθεωρητές ιστορικοί έχουν εύλογα επισημάνει ότι ο μεσαιωνικός πολιτισμός, ιδίως κατά τις τελευταίες φάσεις του, δηλαδή, κατά τον λεγόμενο “Υψηλό Μεσαίωνα”, είχε μια αξιόλογη πολιτιστική, πολιτική, και καλλιτεχνική παράδοση που δεν αναγνωρίστηκε επαρκώς από τους “ορθόδοξους” ιστορικούς από τον Διαφωτισμό του 1700 και μετά, και συμφωνώ απόλυτα με αυτό. Αλλά ήταν ένας πολιτισμός αναλφάβητος και ένας πολιτισμός απομονωμένων θυλάκων ανθρώπων με σχετικά μικρή σύνδεση με τον έξω κόσμο, και υπό αυτή την έννοια ήταν όντως μια “σκοτεινή εποχή”.

Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ωστόσο, αναπτύχθηκε μια ορισμένη τάξη ανθρώπων η οποία – αν και ήταν πολύ ετερογενής, καθώς περιλάμβανε τόσο διαφορετικούς ανθρώπους όσο τσιγγάνους και διανοουμένους από τη μία πλευρά του φάσματος, μέχρι λυρικούς ποιητές-τραγουδιστές, τροβαδούρους, και βάρδους από την άλλη, με τους εμπόρους και τις συντεχνίες (κυρίως τις συντεχνίες των οικοδόμων και τις ιατρικές συντεχνίες) στη μέση – μετέφερε περίτεχνες προφορικές παραδόσεις σε όλη την Ευρώπη και στην Εγγύς Ανατολή.

Επιπλέον, οι Σταυροφορίες έφεραν τους αγράμματους πολεμιστές της Ευρώπης σε επαφή με τους πολύ εγγράμματους τότε Άραβες πολεμίους τους, οι οποίοι βρίσκονταν στο απόγειο της πνευματικής τους ανάπτυξης. Είναι αξιοσημείωτο ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους και τους θεσμούς τους ήταν οργανωμένοι ή οργανώθηκαν σε τελετουργικά συστήματα βαθμών. Τα ιπποτικά Τάγματα, οι τροβαδούροι, και οι οικοδομικές συντεχνίες (και, στην πραγματικότητα, όλες οι επαγγελματικές συντεχνίες) έλαβαν κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα μια τέτοια μορφή οργάνωσης (τελετουργικά συστήματα βαθμών).

Στον χριστιανικό Μεσαίωνα, η πίστη κυριαρχούσε στον λόγο, δηλαδή στη σκέψη και στη γλώσσα, και η θρησκεία διαπερνούσε όλες τις διαστάσεις της ανθρώπινης επικοινωνίας. Έτσι, το περιεχόμενο της ηθικής, η επιβολή μιας ηθικής τάξης πραγμάτων, η επιδίωξη της ανθρώπινης ευτυχίας, και η ίδια η ορθολογικότητα προσδιορίζονταν απόλυτα από τα δόγματα της εκκλησίας και τις διδασκαλίες του χριστιανικού ιερατείου αναφορικά με τον Θεό και τη Βίβλο.

Το ευρωπαϊκό υποκείμενο έπρεπε να περιμένει την Αναγέννηση, η οποία επανατοποθέτησε τον άνθρωπο στο κέντρο του σύμπαντος, επιτρέποντας στον λόγο να επανακτήσει τον ηγεμονικό ρόλο που του είχε αναθέσει η ελληνική φιλοσοφία σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης γνώσης. Ο όρος “Αναγέννηση” χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γάλλο ιστορικό Jules Michelet (1798-1874) στο βιβλίο του “Histoire de France”, για να περιγράψει την ιστορική περίοδο που, κατά προσέγγιση, εκτείνεται χρονικώς από το 1400 έως το 1600 ως “την ανακάλυψη του κόσμου, την ανακάλυψη του ανθρώπου”.

Επίσης, στα τέλη του Μεσαίωνα, στον 13ο αιώνα, συστηματοποιήθηκε και άρχισε να δημοσιοποιείται και να εξελίσσεται περαιτέρω ένα ρεύμα εβραϊκού μυστικισμού που είναι γνωστό ως “Καμπαλά”. Ο εβραϊκός όρος “Καμπαλά” κυριολεκτικά σημαίνει “το να λαμβάνουμε”, “πρόσληψη”. Συγκεκριμένα, υποδηλώνει τη μεταβίβαση μιας αρχαίας μυστικής γνώσης από τον διδάσκαλο στον μαθητή, από γενεά σε γενεά, και άρα, ο μαθητής πρέπει να βρίσκεται σε μια καθαρή προσληπτική κατάσταση έναντι του πομπού-διδασκάλου, ώστε τελικά να αφομοιωθεί πλήρως σε μια πνευματική εμπειρία.

Το σημαντικότερο καμπαλιστικό σύγγραμμα ονομάζεται “Ζόχαρ”, που στα εβραϊκά σημαίνει “ακτινοβολία” και “λαμπρότητα”, και εκδόθηκε για πρώτη φορά ανώνυμα στην Ισπανία στα τέλη του 13ου αιώνα. Η Καμπαλά είναι το σημαντικότερο σύστημα του εβραϊκού μυστικισμού, και εκφράζει μια σύνθεση μεταξύ του Ιουδαϊσμού, του Πυθαγορισμού, και του Νεοπλατωνισμού. Εξού και, με την πάροδο του χρόνου, η καμπαλιστική γραμματεία εξελίχθηκε με έναν τρόπο που υπερέβη τα όρια της ιουδαϊκής θρησκείας, και ένα μεγάλο τμήμα της καμπαλιστικής γραμματείας έλαβε τη μορφή μιας γενικής εσωτεριστικής μεθοδολογίας (έξω από τα όρια του ραβινικού Ιουδαϊσμού).

Ο εσωτερισμός στην Αναγέννηση: φλωρεντινός Νεοπλατωνισμός, απόκρυφη φιλοσοφία, Ροδοσταυρισμός, και Τεκτονισμός

Για να κατανοηθούν πλήρως η καταγωγή της Αναγέννησης και οι σχέσεις της με τον Μεσαίωνα, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη και να μελετηθεί η λεγόμενη “Απόκρυφη Φιλοσοφία” (“Occult Philosophy”). Πρόκειται για ένα κίνημα σκέψης το οποίο δεν είναι ευρέως γνωστό, αλλά οι υποστηρικτές του είναι πολύ γνωστά πρόσωπα.

Συγκεκριμένα, οι σημαντικότεροι υποστηρικτές της απόκρυφης φιλοσοφίας είναι οι εξής: ο Marsilio Ficino και ο Picodella Mirandola στην Ιταλία, ο Francis Bacon, ο John Dee, και ο William Shakespeare στην Αγγλία, καθώς και ο Albrecht Dürer και ο Johannes Reuchlin στη Γερμανία. Όλοι αυτοί αποτελούν παραδειγματικούς εκπροσώπους της απόκρυφης φιλοσοφίας, της οποίας το βασικό περιεχόμενο θα συνοψίσω στη συνέχεια.

Ο MarsilioFicino και ο PicodellaMirandola είναι οι θεμελιωτές του κινήματος που ονομάζεται “Αναγεννησιακός Νεοπλατωνισμός” και εμπνέεται από τα έργα του Πλάτωνα και των νεοπλατωνιστών (δηλαδή κυρίως του Πλωτίνου, του Πορφύριου, του Ιάμβλιχου, και του Πρόκλου) καθώς και από μια σύνθεση μεταξύ πλατωνικών θέσεων και αρχαίων συστημάτων αποκρυφισμού. Σε αυτό το πνευματικό πλαίσιο, ήλθε στο προσκήνιο το κείμενο που τιτλοφορείται “Ερμητικά Κείμενα” (λατινιστί “CorpusHermeticum”) και αποδίδεται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, έναν μυθικό σοφό ο οποίος εκπροσωπεί μια φιλοσοφική σύνθεση μεταξύ της αρχαίας αιγυπτιακής σκέψης και της αρχαίας ελληνικής σκέψης.

Στο πλαίσιο του θρησκευτικού συγκρητισμού που επικράτησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου μεταξύ του πρώτου αιώνα π.Κ.Ε. και του τέλους του πρώτου αιώνα Κ.Ε., ο Ερμής ο Τρισμέγιστος ήταν ένα όνομα με το οποίο οι Έλληνες άποικοι της Αιγύπτου ενοποίησαν τον Έλληνα θεό Ερμή με τον Αιγύπτιο θεό Θωθ, αφού αμφότεροι ήταν συνδεδεμένοι με τη μαγική γνώση, τον θάνατο, και την ίαση.

Επίσης, στο πλαίσιο του θρησκευτικού συγκρητισμού της ύστερης Αρχαιότητας, ο Ενώχ – ένας Εβραίος πατριάρχης σημαντικής γνώσης, που λέγεται ότι διέσωσε την αρχαία σοφία από τους κινδύνους του κατακλυσμού και της πυρκαγιάς καταγράφοντάς τη σε δύο πλάκες – άρχισε να ταυτίζεται με τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, συγχωνεύοντας αυτές τις δύο μυθολογίες σε μια ενιαία μυθολογική αφήγηση.

Για παράδειγμα, ο αλχημιστής Ζώσιμος ο Πανοπολίτης, ο οποίος άκμασε στην ελληνορωμαϊκή Αίγυπτο στα τέλη του 3ου αιώνα Κ.Ε., συνέδεσε τον Ερμή τον Τρισμέγιστο με τον Ενώχ σε μια επιστολή που έγραψε προς την αλχημίστρια Θεοσέβεια. Μια παρόμοια θέση υποστηρίχθηκε και από τον Άγγλο φιλόσοφο Roger Bacon στον 13ο αιώνα.

Τα “Ερμητικά Κείμενα” καλλιεργούν μια φιλοσοφική και ανεκτική θρησκευτικότητα στο πλαίσιο της οποίας δεν υφίσταται μια κατηγορηματική διαφορά μεταξύ πνευματικής γνώσης και υλικής γνώσης, μεταβαίνοντας από την υλική σφαίρα στην πνευματική σφαίρα και αντίστροφα, με βάση την ερμητική αρχή “αυτό που είναι κάτω είναι σαν αυτό που είναι επάνω και αυτό που είναι επάνω είναι σαν αυτό που είναι κάτω, για την επίτευξη των θαυμάτων τού ενός πράγματος”.

Ανεξάρτητα από το αν ο Ερμής ο Τρισμέγιστος ήταν μια προσωποποίηση ενός σώματος φιλοσοφημάτων και όχι ένα ιστορικό πρόσωπο, τα “Ερμητικά Κείμενα” σε συνδυασμό με την Καμπαλά άσκησαν σημαντική επίδραση στη σκέψη της Αναγέννησης. Ο φλωρεντινός Νεοπλατωνισμός (εκπροσωπούμενος από τον Marsilio Ficino και τον Picodella Mirandola, οι οποίοι έζησαν στην αυλή των Medici στη Φλωρεντία) χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση αρχαίας σοφίας. Εξού και εμπνεύστηκε από τα “Ερμητικά Κείμενα” και την Καμπαλά.

Ο Picodella Mirandola εισήγαγε την Καμπαλά στον αναδυόμενο Νεοπλατωνισμό της Αναγέννησης και, ως χριστιανός, είχε την πεποίθηση ότι τα ιουδαϊκά δόγματα θα μπορούσαν να διευρύνουν την κατανόηση του Χριστιανισμού, αφενός οδηγώντας τη χριστιανική σκέψη πίσω στην αρχαία ιουδαϊκή γραμματεία, αφετέρου επιβεβαιώνοντας την αλήθεια του Χριστιανισμού διά μέσου της αρχαίας ιουδαϊκής γραμματείας. Με άλλα λόγια, ο Picodella Mirandola επιδίωκε να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού αποδεικνύοντας ότι υπάρχει μια συνέχεια μεταξύ τους.

Οι πεποιθήσεις του Picodella Mirandola αναφορικά με μια χριστιανική ερμηνεία της Καμπαλά και με μια καμπαλιστική θεώρηση του Χριστιανισμού περιλαμβάνονται στο έργο του με τίτλο “Conclusiones cabbalistiche”, το οποίο παρουσίασε ως μια επιβεβαίωση της χριστιανικής θρησκείας αρχίζοντας από τα θεμέλια της ιουδαϊκής σοφίας.

Επίσης, οι 72 θέσεις που ο Picodella Mirandola διατύπωσε στο έργο “Conclusiones cabbalistiche” αποτελούν, με τη σειρά τους, τμήμα των 900 θέσεων με τις οποίες ο Pico άρθρωσε μια μεγάλη φιλοσοφική σύνθεση που περιέχεται στο φημισμένο σύγγραμμά του περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου (“Oratio de hominis dignitate”), διά μέσου του οποίου εξέφρασε το αναγεννησιακό όραμα περί του ανθρώπου και της θέσης του στον κόσμο.

Βασισμένος στον Ερμητισμό και στην Καμπαλά και εμπνευσμένος από την αρχαία σοφία και τη μαγεία, ο άνθρωπος στον οποίο αναφέρεται ο Pico στο σύγγραμμά του για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αποτελεί έναν αναγεννησιακό “μάγο”, μια υψηλή μορφή, με δυνάμεις παρέμβασης στον κόσμο προκειμένου να τον βελτιώσει σύμφωνα με την προθετικότητα της συνείδησης. Εξού και, στο προαναφερθέν πλαίσιο, ο όρος “μαγεία” σημαίνει μια διεύρυνση της συνείδησης που καθιστά τον άνθρωπο ικανό να κατανοήσει τις μεγάλες δυνάμεις της συνείδησης και να επιβάλλει την προθετικότητά του στον κόσμο, και δεν πρέπει να συγχέεται με δεισιδαιμονικές και, γενικά, ανόητες αντιλήψεις περί μαγείας.

Συμπερασματικά, η χριστιανική Καμπαλά, όπως την εννοεί ο Picodella Mirandola, αποτελεί τον αληθή κλειδόλιθο της αναγεννησιακής σκέψης και έχει σημαντικές σχέσεις με την έννοια της θρησκείας. Αν κάποιος αγνοήσει αυτόν τον παράγοντα, θα δυσκολευθεί να κατανοήσει τους “απόκρυφους” λόγους της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης και της Καθολικής Αντιμεταρρύθμισης. Μεταξύ της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης και της Καθολικής Αντιμεταρρύθμισης, εμφανίστηκαν τα μανιφέστα των ροδοσταύρων.

Στις αρχές του 17ου αιώνα, η “Αδελφότητα των Ροδοσταύρων” άρχισε να λειτουργεί στη Γερμανία. Το πρώτο μανιφέστο της, το οποίο υποστηρίζει μια μυστικιστική αναγέννηση του κόσμου, εκδόθηκε το 1614 ανωνύμως στο Κάσελ και φέρει τον τίτλο “Fama Fraternitatis Rosae Crucis” (“Η Φήμη της Αδελφότητας του Ρόδου και του Σταυρού”). Αυτό το μανιφέστο αφηγείται τη ζωή ενός θρυλικού Γερμανού ευγενούς, του “ευσεβούς, πνευματικού και εξόχως πεφωτισμένου” αδελφού C.R. (Christian Rosenkreutz, ελληνιστί Χριστιανός Ροδόσταυρος), ο οποίος αφού ταξίδευσε εκτεταμένα με σκοπό την αναζήτηση γνώσης, λέγεται ότι ίδρυσε μια εσωτεριστική αδελφότητα στη Γερμανία.

Συγκεκριμένα, η “Fama” γράφει ότι ο αδελφός C.R. μετέβη στη Δαμασκό, όπου διεξήγαγε διάφορες μελέτες, ύστερα μετέβη στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε για μακρύ χρονικό διάστημα, και από εκεί ταξίδευσε κατά μήκος της Μεσογείου Θάλασσας και επισκέφθηκε την πόλη Φεζ (η οποία βρίσκεται στο σημερινό Μαρόκο), όπου μελέτησε την επιστημονική και τη φιλοσοφική γνώση που ήταν συσσωρευμένη εκεί καθώς και τη μαγεία, δηλαδή τα αλχημικά δοκίμια των Αράβων, και, τελικά, ο αδελφός C.R. έφθασε στην Ισπανία, όπου γνώρισε και μελέτησε την Καμπαλά των Εβραίων και τη φιλοσοφία των Μαυριτανών.

Το 1402, σύμφωνα με τη “Fama”, ο αδελφός C.R. επέστρεψε στη Γερμανία και εγκαταστάθηκε εκεί για να καταγράψει και να οργανώσει τη μεγάλη ποσότητα γνώσης που είχε συλλέξει. Όμως, στη Γερμανία, συνάντησε μόνο εχθρότητα, φθόνο, και αδιαφορία. Γι’ αυτόν τον λόγο, στη Γερμανία, σε ένα μέρος που τώρα πλέον είναι άγνωστο, ο αδελφός C.R. ίδρυσε μια αδελφότητα ομοφρόνων αδελφών, δηλαδή τους “Fratres C.R.” (“Αδελφούς C.R.” = “Αδελφούς Ροδοσταύρους”), οι οποίοι συναντιούνταν κάθε χρόνο με μυστικότητα στον “Οίκο του Αγίου Πνεύματος”, όπως αποκαλούσαν τον τόπο της συνάθροισής τους, με σκοπό να προάγουν την επιστήμη και μια εσωτεριστική προσέγγιση της θρησκείας και να προωθήσουν μια βαθιά μεταρρύθμιση της γνώσης.

Το 1604, εκατόν είκοσι έτη μετά από τον θάνατο του Christian Rosenkreutz, σύμφωνα με τη “Fama”, ανακαλύφθηκε ο τάφος του, ο οποίος περιείχε κανόνες ζωής και μαγικές φόρμουλες. Στο πλαίσιο των αλχημικών εργασιών τους, οι ροδόσταυροι προσπαθούν να αποκτήσουν εκείνη τη δύναμη που παραμένει και απελευθερώνεται μετά από την εξάλειψη και την απόρριψη των κατώτερων και χονδροειδέστερων στοιχείων των σωμάτων διά του πυρός.

Σε μεσαιωνικά αλχημικά κείμενα, η εξάχνωση ή εξάτμιση μιας ουσίας αποκαλείται Λευκός Αετός, ενώ ο Μαύρος Αετός αναφέρεται στη σήψη, η οποία περιλαμβάνει τη μετατροπή, διά μέσου της θερμότητας, διαλυμάτων ουσιών ή υγρών σε μια μορφή υποστάθμης ή ιζήματος, ή στη μετατροπή, διά μέσου της θερμότητας, τηγμένων ουσιών σε σκωρία ή σε μια μορφή τέφρας. Εξού και μία από τις πλέον φημισμένες αλχημικές αρχές είναι η λατινική φράση “Solveet Coagula”, που σημαίνει είτε να διαλύσεις κάτι και να λάβεις το ίζημα του διαλύματος, είτε να τήξεις και ύστερα να πήξεις (στερεοποιήσεις) κάτι.

Όπως η αλχημεία, έτσι και η Ροδοσταυρική Αδελφότητα, διά μέσου συμβόλων και αλληγοριών, ασχολείται με τον εξής στόχο: την ένωση της θρησκείας και της επιστήμης στο πλαίσιο μιας πνευματικής αναζήτησης της πραγματικής αλήθειας τόσο των ορατών όσο και των αόρατων πραγμάτων. Το 1615, εμφανίστηκε μια νέα έκδοση του πρώτου ροδοσταυρικού μανιφέστου, στο οποίο είχε προστεθεί ένα ακόμα, με τίτλο “Confessio Fraternitatis” (“Η Ομολογία της Αδελφότητας”), διατυπώνοντας μεγάλες υποσχέσεις περί μελλοντικών αποκαλύψεων. Το επόμενο έτος, εκδόθηκε ένα καινούργιο ροδοσταυρικό μανιφέστο με τίτλο “Chymische Hochzeit: Christiani Rosencreütz”(“Ο Χυμικός Γάμος του Christian Rosenkreutz”), συγγραφέας του οποίου θεωρείται ότι ήταν ο Johann Valentin Andreae, ένας λουθηρανός θεολόγος, μυστικιστής, και αλχημιστής από την πόλη Τίμπιγκεν της νοτιοδυτικής Γερμανίας, και περιγράφει την ατραπό της σωτηρίας διά μέσου της έκστασης και του φωτισμού.

Η Ροδοσταυρική Αδελφότητα, που εμφανίστηκε στη Γερμανία στις αρχές του 17ου αιώνα, αν συγκριθεί με άλλες εσωτεριστικές αδελφότητες, παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Είναι βέβαιο το ότι υπήρξε ιστορικά, αλλά, εκτός από τον Johann Valentin Andreae που υπέγραψε ένα ροδοσταυρικό μανιφέστο, τα άλλα ροδοσταυρικά μανιφέστα περιβάλλονται από ένα μυστήριο.

Προκύπτει η εξής βασική ερώτηση: τα ροδοσταυρικά μανιφέστα, που κυκλοφόρησαν στην Ευρώπη, εξέφραζαν ένα αυθεντικά δικό τους έργο, ή μήπως ήταν εμπνευσμένα από ένα έργο που είχαν επεξεργαστεί κάποιοι άλλοι πριν; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση βρίσκεται στην Αγγλία, συγκεκριμένα, στο κίνημα απόκρυφης φιλοσοφίας που χαρακτήριζε την Ελισαβετιανή Εποχή (δηλαδή, την περίοδο της βασιλείας τής ElizabethI, 1558-1603).

Αυτή η παράδοση απόκρυφης φιλοσοφίας άρχισε με τον Picodella Mirandola, ο οποίος εισήγαγε στον φλωρεντινό Νεοπλατωνισμό τη χριστιανική Καμπαλά αναμεμειγμένη με Ερμητισμό και μαγεία. Ένας Φραγκισκανός κληρικός από τη Βενετία, ο Francesco Giorgi, ενστερνίστηκε τη φιλοσοφική προσέγγιση του Pico και την ανέπτυξε περαιτέρω κατά έναν χριστιανικό τρόπο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα έργο ικανό να ανανεώσει τη χριστιανική θεολογία, η οποία ήταν ακόμα προσδεδεμένη στον σχολαστικισμό, ο οποίος είχε πλέον φθάσει στα όριά του, και η ευρωπαϊκή σκέψη αναζητούσε νέες διεξόδους έκφρασης και δημιουργίας.

Η απόκρυφη φιλοσοφία του Pico και του Giorgi προσέδωσε έναν πολύ περισσότερο ενεργητικό ρόλο στον ανθρώπινο νου από ό,τι έκανε η σχολαστική φιλοσοφία, και υπό μια έννοια, συνέβαλε στη διαμόρφωση του πνευματικού σκηνικού για την καρτεσιανή αντιστροφή της σχολαστικής-αριστοτελικής σχέσης μεταξύ της διάνοιας και του αντικειμένου, καθώς ο Descartes αποφάνθηκε ότι η κατανόηση (ή διανόηση) είναι η βασική πραγματικότητα, και ότι η κατανόηση ενεργοποιείται και αναλαμβάνει έναν ενεργητικό, και όχι παθητικό, ρόλο με το να συλλαμβάνει τον εαυτό της.

Ωστόσο, στην εποχή του Giorgi, δεν υπήρχε ακόμα μια “ροδοσταυρική” φιλοσοφία. Η χριστιανική Καμπαλά την οποία επεξεργάστηκε ο Giorgi απέκτησε αυτό το όνομα – “ροδοσταυρική” φιλοσοφία – όταν συνδέθηκε με τα ελισαβετιανά πνευματικά ρεύματα και το ρόδο της δυναστείας των Τιδόρ (Tudorrose), καθώς και με την επιστήμη του Άγγλου μαθηματικού, αστρονόμου, αστρολόγου, αποκρυφιστή, αλχημιστή, και κατασκόπου John Dee.

Ο πλέον χαρακτηριστικός φιλόσοφος της Ελισαβετιανής Εποχής ήταν ο John Dee, ο οποίος είχε μεγάλη φήμη τόσο ως μαθηματικός όσο και ως “μάγος”. Ήταν ένας χριστιανός καμπαλιστής εμπνευσμένος από τον Νεοπλατωνισμό του Pico, του Giorgi, του Reuchlin, και του Agrippa, και με βάση τη σκέψη αυτών των φιλοσόφων, ο Dee επιδίωκε να προωθήσει ένα οικουμενικό κίνημα μεταρρύθμισης του Χριστιανισμού, με σκοπό να εφαρμοστεί όχι μόνο στην Ελισαβετιανή Αγγλία, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο έδρασε ο Dee ήταν εκείνο της ύστερης Αναγέννησης. Σε εκείνη την περίοδο, στην ηπειρωτική Ευρώπη, η αντίδραση εναντίον του Νεοπλατωνισμού και των ρευμάτων του αποκρυφισμού γινόταν όλο και εντονότερη, καθώς καθοδηγούνταν από την Καθολική Αντιμεταρρύθμιση, η οποία προωθούσε μια αυστηρή επιστροφή στον σχολαστικισμό, ως απάντηση στην επιτυχία της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης.

Όμως, κατά τη διάρκεια της Ελισαβετιανής Αναγέννησης, η ευρωπαϊκή απόκρυφη φιλοσοφία μετατράπηκε σε “Ροδοσταυρισμό”, και αυτό το όραμα συστηματοποιήθηκε φιλοσοφικά και εκφράστηκε συστηματικά από τη Ροδοσταυρική Αδελφότητα στη Γερμανία. ΟΡοδοσταυρισμός απορρίφθηκε και καταδιώχθηκε, σαν κάτι το διαβολικό, από την άρχουσα ελίτ της Καθολικής Εκκλησίας και από τις συντηρητικές δυνάμεις του Προτεσταντισμού (όπως οι αντιδραστικοί Ευαγγελιστές).

Οι διώξεις εναντίον των φιλοσόφων της Αναγέννησης που υποστήριζαν τη χριστιανική Καμπαλά και τον αποκρυφισμό που απέρρεε από αυτήν κορυφώθηκαν με το έργο του Γάλλου Δομινικανού κληρικού και φιλοσόφου Martin Mersenne το 1623, καθώς εξαπέλυσε μια σφοδρή κριτική εναντίον του Νεοπλατωνισμού και επέκρινε τους φιλοσόφους που συνδέονταν με αυτό το όραμα, ιδιαίτερα τον Ficino, τον Pico, και τον Φραγκισκανό κληρικό Giorgi.

Κατά την περίοδο που έγραφε ο Mersenne, η Ελισαβετιανή Αναγέννηση είχε πλέον εξαντλήσει τη δυναμική της, και το ροδοσταυρικό κίνημα στη Γερμανία είχε περιθωριοποιηθεί αν όχι εξαλειφθεί πλήρως. Η Καθολική Αντιμεταρρύθμιση, της οποίας ηγούνταν οι Ιησουίτες (η Εταιρεία του Ιησού), κατόρθωσε να νικήσει σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Οι φιλόσοφοι (ή μάγοι) της Αναγέννησης – όπως ο Pico, ο Ficino, ο Giorgi, ο Reuchlin, ο Agrippa, ο Dee, και ο Bacon – οι οποίοι είχαν συλλάβει μια νέα (απόκρυφη) φιλοσοφία την οποία ήθελαν να ενσωματώσουν στον Χριστιανισμό, αντί για έναν στείρο πλέον σχολαστικισμό, ηττήθηκαν από την Αντιμεταρρύθμιση, και η Ευρώπη εισήλθε σε μία ακόμα περίοδο φανατισμού και καταπίεσης. Η επόμενη μεγάλη προσπάθεια – αυτή τη φορά νικηφόρα – για την πνευματική και κοινωνική απελευθέρωση της Ευρώπης έλαβε χώρα με τη νεωτερική φιλοσοφία, η οποία εκκίνησε με τον Καρτεσιανισμό (τον δρόμο προς τον οποίο είχαν ανοίξει η φλωρεντινή Αναγέννηση και η φιλοσοφία του Bacon).

Τέλος, η προαναφερθείσα εξιστόρηση της εξελικτικής πορείας του εσωτερισμού κατά την περίοδο της Αναγέννησης μας βοηθεί να εξηγήσουμε γιατί διάφοροι υποστηρικτές της Αναγέννησης και της απόκρυφης φιλοσοφικής παράδοσης και, γενικά, διανοούμενοι που ήταν κουρασμένοι και αηδιασμένοι από τους θρησκευτικούς πολέμους στην Ευρώπη αναζήτησαν σταδιακά, από τον 17ο αιώνα και μετά, ένα ασφαλές καταφύγιο σε τεκτονικές Στοές, στις οποίες εντάχθηκαν ως θεωρητικοί τέκτονες, και όχι ως χειρώνακτες, οδηγώντας έτσι στη δημιουργία του Συμβολικού Τεκτονισμού.

Για να κατανοήσουμε τη μετάβαση από τον Χειρωνακτικό Τεκτονισμό στον Συμβολικό Τεκτονισμό, πρέπει να μεταθέσουμε την προσοχή μας από την ιστορία των ελευθεροτεκτονικών θεσμών καθ’ εαυτούς στα κίνητρα και στο ιστορικό περιβάλλον των πρωτεργατών εκείνων των θεσμών, ακολουθώντας έτσι τη λεγόμενη “έμμεση προσέγγιση” (“indirect approach”), σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Άγγλου ελευθεροτέκτονα και ιστορικού John Hamill (στο βιβλίο του “The Craft”, London: Aquarian Press, 1986, Κεφάλαιο 1).

Για το GRDiscovery

Ρεπορτάζ και Φωτογραφίες: Νικόλαος Λάος