Η ιστορία είναι γεμάτη από γεγονότα που έχουν εξηγηθεί μέσα από ιστορικές πηγές, αρχαιολογικά ευρήματα και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν εκείνες τις εποχές. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ορισμένες υποθέσεις που εξακολουθούν να προκαλούν απορίες, καθώς κανείς δεν έχει καταφέρει να δώσει μια οριστική απάντηση. Ένα από τα πιο γνωστά και συναρπαστικά μυστήρια είναι η εξαφάνιση της αποικίας του Ρόανοκ, μιας μικρής αγγλικής κοινότητας που χάθηκε χωρίς να αφήσει πίσω της ξεκάθαρα στοιχεία. Περισσότερα από τετρακόσια χρόνια αργότερα, ιστορικοί, αρχαιολόγοι και ερευνητές συνεχίζουν να αναζητούν την αλήθεια, ενώ η μοναδική λέξη που βρέθηκε χαραγμένη σε έναν ξύλινο πάσσαλο εξακολουθεί να γεννά ερωτήματα: CROATOAN.

Για να κατανοήσει κανείς αυτό το μυστήριο, πρέπει να μεταφερθεί στα τέλη του 16ου αιώνα. Εκείνη την περίοδο, η Ισπανία κυριαρχούσε στις θάλασσες και είχε αποκτήσει τεράστιο πλούτο από τις αποικίες της στην Αμερική. Η Αγγλία, βλέποντας την οικονομική και πολιτική δύναμη των αντιπάλων της να αυξάνεται συνεχώς, αποφάσισε να δημιουργήσει και εκείνη μόνιμες αποικίες στον Νέο Κόσμο. Με την υποστήριξη της βασίλισσας Ελισάβετ Α΄, ο Σερ Γουόλτερ Ράλεϊ ανέλαβε την οργάνωση αυτού του φιλόδοξου σχεδίου. Στόχος του δεν ήταν μόνο η εξερεύνηση νέων περιοχών, αλλά και η δημιουργία μιας κοινότητας που θα αποτελούσε τη βάση της αγγλικής παρουσίας στη Βόρεια Αμερική.
Η πρώτη προσπάθεια εγκατάστασης στο Ρόανοκ πραγματοποιήθηκε το 1585, όμως απέτυχε. Οι άποικοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την έλλειψη τροφίμων, τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και τις συγκρούσεις με ορισμένες ιθαγενείς φυλές. Έπειτα από έναν χρόνο, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αγγλία. Παρά την αποτυχία, ο Ράλεϊ δεν εγκατέλειψε το σχέδιό του. Πίστευε ότι, με καλύτερη οργάνωση και περισσότερους ανθρώπους, η δεύτερη προσπάθεια θα είχε διαφορετική κατάληξη.

Έτσι, το καλοκαίρι του 1587, αναχώρησαν για τη Βόρεια Αμερική 117 άποικοι. Σε αντίθεση με την πρώτη αποστολή, αυτή τη φορά δεν επρόκειτο μόνο για στρατιώτες. Ανάμεσά τους υπήρχαν οικογένειες, τεχνίτες, αγρότες, γυναίκες και παιδιά, άνθρωποι που είχαν αφήσει πίσω τους τη ζωή τους στην Αγγλία με την ελπίδα να δημιουργήσουν μια νέα πατρίδα. Επικεφαλής ήταν ο Τζον Γουάιτ, χαρτογράφος και καλλιτέχνης, ο οποίος γνώριζε ήδη την περιοχή από προηγούμενα ταξίδια και είχε αποκτήσει εμπειρία στις δυσκολίες που αυτή παρουσίαζε.
Λίγες ημέρες μετά την άφιξή τους γεννήθηκε η Βιρτζίνια Ντέαρ, το πρώτο παιδί αγγλικής καταγωγής που γεννήθηκε στη Βόρεια Αμερική. Για τους αποίκους, η γέννησή της αποτελούσε σύμβολο ελπίδας και αισιοδοξίας. Πίστευαν ότι είχαν κάνει το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μιας κοινωνίας που θα αναπτυσσόταν και θα επιβίωνε για πολλές γενιές. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή. Οι προμήθειες άρχισαν να λιγοστεύουν, οι καλλιέργειες δεν απέδιδαν όσο περίμεναν και η καθημερινή επιβίωση γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη.

Οι άποικοι αποφάσισαν ότι ο Τζον Γουάιτ έπρεπε να επιστρέψει προσωρινά στην Αγγλία, ώστε να φέρει τρόφιμα, εργαλεία, εφόδια και νέους κατοίκους. Η απόφαση αυτή δεν ήταν εύκολη, καθώς άφηνε πίσω την κόρη του, τον γαμπρό του και τη νεογέννητη εγγονή του. Παρ’ όλα αυτά, όλοι πίστευαν ότι η επιστροφή του θα γινόταν μέσα σε λίγους μήνες. Τα γεγονότα, όμως, εξελίχθηκαν διαφορετικά. Λίγο μετά την άφιξή του στην Αγγλία ξέσπασε η μεγάλη σύγκρουση με την Ισπανία. Η περίφημη Ισπανική Αρμάδα ετοιμαζόταν να επιτεθεί και η αγγλική κυβέρνηση χρησιμοποίησε όλα τα διαθέσιμα πλοία για την άμυνα της χώρας. Ως αποτέλεσμα, τα ταξίδια προς τη Βόρεια Αμερική αναβλήθηκαν επανειλημμένα. Ο Γουάιτ προσπαθούσε συνεχώς να επιστρέψει, όμως κάθε φορά οι συνθήκες τον εμπόδιζαν. Τελικά, πέρασαν τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς καμία επικοινωνία με την αποικία.

Όταν κατάφερε να επιστρέψει στο Ρόανοκ, το 1590, βρέθηκε μπροστά σε ένα θέαμα που δεν περίμενε ποτέ. Η αποικία ήταν εντελώς έρημη. Δεν υπήρχαν άνθρωποι, δεν υπήρχαν πτώματα και δεν υπήρχαν ίχνη μάχης ή καταστροφής. Τα σπίτια δεν είχαν καεί ούτε είχαν γκρεμιστεί βίαια. Αντίθετα, αρκετά είχαν αποσυναρμολογηθεί προσεκτικά, σαν οι ίδιοι οι κάτοικοι να τα είχαν λύσει για να χρησιμοποιήσουν τα υλικά τους σε κάποιο άλλο σημείο. Η εικόνα δεν έμοιαζε με εγκατάλειψη ύστερα από πανικό, αλλά με οργανωμένη μετακίνηση. Το μοναδικό στοιχείο που βρήκε ήταν η λέξη CROATOAN, χαραγμένη πάνω σε έναν ξύλινο πάσσαλο, ενώ πάνω σε έναν κορμό δέντρου διακρίνονταν μόνο τα γράμματα CRO. Η λέξη αυτή αντιστοιχούσε στο όνομα μιας φιλικής ιθαγενούς φυλής που κατοικούσε σε γειτονικό νησί. Πριν φύγει από την αποικία, ο Γουάιτ είχε συμφωνήσει με τους κατοίκους ότι, αν αναγκάζονταν να μετακινηθούν, θα άφηναν χαραγμένο το όνομα του νέου προορισμού τους. Αν, όμως, εγκατέλειπαν τον οικισμό λόγω επίθεσης ή άμεσου κινδύνου, θα χάραζαν μαζί και έναν σταυρό. Σταυρός δεν υπήρχε, γεγονός που ενίσχυσε την άποψη ότι η μετακίνησή τους έγινε οργανωμένα και όχι ύστερα από κάποια αιφνίδια καταστροφή. Ο Γουάιτ ήθελε να συνεχίσει αμέσως τις έρευνες προς το νησί των Κροάτοαν, όμως μια ισχυρή καταιγίδα ανάγκασε τα πλοία να αποχωρήσουν. Δεν επέστρεψε ποτέ ξανά και πέθανε χωρίς να μάθει τι απέγιναν η οικογένειά του και οι υπόλοιποι άποικοι. Από εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα ιστορικά μυστήρια όλων των εποχών.

Η επικρατέστερη θεωρία σήμερα υποστηρίζει ότι οι άποικοι εγκατέλειψαν οικειοθελώς το Ρόανοκ και ενώθηκαν με τους Κροάτοαν ή με άλλες φιλικές φυλές της περιοχής. Η έλλειψη τροφίμων, η καθυστέρηση της βοήθειας από την Αγγλία και οι δύσκολες συνθήκες ίσως τους ανάγκασαν να επιλέξουν αυτή τη λύση. Υπάρχουν, μάλιστα, αναφορές μεταγενέστερων εξερευνητών που κάνουν λόγο για ιθαγενείς οι οποίοι κατείχαν ευρωπαϊκά αντικείμενα ή είχαν χαρακτηριστικά που θύμιζαν Ευρωπαίους. Αν και αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν αποδείξεις, θεωρούνται σημαντικές ενδείξεις ότι κάποιοι από τους αποίκους ίσως επιβίωσαν και ενσωματώθηκαν στις τοπικές κοινότητες.
Υπάρχουν, όμως, και άλλες θεωρίες. Σύμφωνα με μία από αυτές, οι άποικοι ξεκίνησαν τη μετακίνησή τους αλλά χάθηκαν από την πείνα, τις ασθένειες ή τις κακουχίες πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Άλλοι ερευνητές πιστεύουν ότι η κοινότητα διασπάστηκε σε μικρότερες ομάδες, οι οποίες ακολούθησαν διαφορετικές πορείες και χάθηκαν σταδιακά στην αχανή ενδοχώρα της Βόρειας Αμερικής. Για αρκετά χρόνια ήταν διαδεδομένη και η θεωρία ότι οι άποικοι σφαγιάστηκαν από εχθρικές φυλές. Ωστόσο, οι περισσότεροι ιστορικοί σήμερα τη θεωρούν λιγότερο πιθανή, καθώς δεν έχουν βρεθεί ίχνη μάχης, ανθρώπινα οστά ή καμένα κτίσματα που να την επιβεβαιώνουν.

Οι αρχαιολογικές έρευνες συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Σε διάφορες περιοχές της Βόρειας Καρολίνας έχουν εντοπιστεί αγγλικά κεραμικά, μεταλλικά εργαλεία και άλλα αντικείμενα της ίδιας περιόδου, ενώ η εξέταση ενός χάρτη του Τζον Γουάιτ αποκάλυψε πιθανές ενδείξεις μιας δεύτερης οχυρωμένης εγκατάστασης. Παρότι κάθε νέα ανακάλυψη προσθέτει ακόμη ένα κομμάτι στο παζλ, καμία δεν έχει καταφέρει να δώσει οριστική απάντηση για την τύχη των 117 αποίκων. Η ιστορία του Ρόανοκ εξακολουθεί να συναρπάζει, επειδή μας υπενθυμίζει ότι, παρά την πρόοδο της ιστορικής έρευνας και της αρχαιολογίας, εξακολουθούν να υπάρχουν γεγονότα που δεν μπορούν να εξηγηθούν με βεβαιότητα. Η λέξη CROATOAN παραμένει μέχρι σήμερα το μοναδικό σίγουρο στοιχείο μιας υπόθεσης που αντιστέκεται στον χρόνο και συνεχίζει να εμπνέει βιβλία, ντοκιμαντέρ και επιστημονικές έρευνες. Ίσως κάποτε βρεθούν νέα ευρήματα που θα αποκαλύψουν την αλήθεια. Μέχρι τότε, η χαμένη αποικία του Ρόανοκ θα παραμένει ένα από τα πιο συναρπαστικά άλυτα μυστήρια της παγκόσμιας ιστορίας.
Για το GRDiscovery
Ρεπορτάζ: Νίκος Σπυράκος