Η πόλη των καμπαναριών

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει πλούσια ιστορία και μια ιδιαίτερη, μοναδική αρχιτεκτονική, επηρεασμένη από τις διάφορες κουλτούρες που έχουν περάσει από αυτήν.

Τα διασωθέντα κτήρια, αλλά και οι νέες, σύγχρονες κατασκευές, μαρτυρούν μια πόλη που στέκεται αγέρωχα στον χρόνο. Οι εκκλησίες της αντανακλούν τη βαθιά θρησκευτική της ζωή, ενώ οι καμπάνες τους συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη της πόλης.

Στο πλαίσιο της έρευνας, μιλήσαμε με τον Πέτρο Καψούδα, αρχαιολόγο με βαθιά ενασχόληση με την αγιορείτικη κληρονομιά. Ακολουθούν όσα μας ανέφερε για τις εκκλησιαστικές καμπάνες της Θεσσαλονίκης, καθώς η ιστορία τους παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη για πολλούς.

«Η χρήση των καμπανών και, κατ’ επέκταση, των κωδωνοστασίων στον Ορθόδοξο κόσμο μαρτυρείται ήδη από τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Η κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς έφερε μεγάλες αλλαγές στη λατρευτική ζωή των χριστιανών. Πολλοί ναοί καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν σε οθωμανικά τεμένη. Οι κωδωνοκρουσίες απαγορεύονταν σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος και τη Μολδοβλαχία. Από τα μέσα του 19ου αιώνα χαλάρωσαν οι αυστηροί όροι που περιόριζαν την ανοικοδόμηση και την επισκευή των θρησκευτικών κτηρίων των χριστιανών και, σε αυτό το πλαίσιο, επιτράπηκε εκ νέου η ανέγερση κωδωνοστασίων. Έτσι, είναι αυτονόητο ότι δεν σώζεται στη Θεσσαλονίκη κωδωνοστάσιο παλαιότερο των μέσων του 19ου αιώνα.»

«Οι περισσότεροι ναοί της Θεσσαλονίκης, χτισμένοι τον 20ό ή και τον 21ο αιώνα, διαθέτουν κωδωνοστάσια που είναι ενσωματωμένα στην κατασκευή τους. Είτε υψώνονται ως πύργοι στις γωνίες της δυτικής όψης είτε αποτελούν ανεξάρτητα κτήρια. Συνήθως ακολουθούν τις αρχιτεκτονικές αρχές και τη διακόσμηση των όψεων του ναού.»

«Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα παλαιότερα κωδωνοστάσια, δηλαδή εκείνα που δεν είναι κατασκευασμένα αποκλειστικά από οπλισμένο σκυρόδεμα. Βέβαια, οι βυζαντινοί ναοί της πόλης, με τη μετατροπή τους σε τζαμιά, έχασαν —αν είχαν— τα κωδωνοστάσιά τους, ενώ στη συνέχεια η προστασία τους από τον αρχαιολογικό νόμο δεν επέτρεψε την ανέγερση νέων.»

«Στην Αγία Σοφία, το κωδωνοστάσιο στεγάστηκε στην οθωμανική προσθήκη στη βορειοδυτική γωνία. Πολλοί βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί ναοί διαθέτουν κωδωνοστάσια που είναι απλές μεταλλικές κατασκευές.»

Στον Προφήτη Ηλία της Πυλαίας, το κωδωνοστάσιο χτίστηκε το 1854 και συνόδευε τον αρχικό ναό του 19ου αιώνα. Πρόκειται για μια λιτή κατασκευή, που διακρίνεται για την απλότητα και την πρακτικότητά της, χαρακτηριστική μορφή σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο κατά τον 19ο αιώνα.

«Πιο περίτεχνο, με προσεγμένη κατασκευή και πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, είναι το κωδωνοστάσιο του ναού της Ευαγγελίστριας στο ομώνυμο νεκροταφείο, το οποίο χτίστηκε σαράντα χρόνια αργότερα, το 1894. Την ίδια περίοδο ανεγείρεται και ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλερ και με παρεμβάσεις του Ξενοφώντα Παιονίδη, δύο εμβληματικών μορφών της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Η κατασκευή του διήρκεσε έως το 1914 και κοσμήθηκε με δύο πύργους κωδωνοστασίων στη δυτική πλευρά, χαρακτηριστικούς του εκλεκτικισμού του ναού. Στοιχεία νεοκλασικισμού εμφανίζονται στο κωδωνοστάσιο του ναού της Παναγίας Γοργοϋπηκόου (Παναγούδας), που χτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Νεοκλασικό ύφος παρουσιάζει και το νότιο πρόπυλο της Νέας Παναγίας, έργο του 1928, στο οποίο εδράστηκε το κωδωνοστάσιο. Το τελευταίο κατεδαφίστηκε και ανακατασκευάστηκε μετά τον σεισμό του 1978. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1938, κατασκευάστηκε το κωδωνοστάσιο του ναού του Αγίου Μηνά, με σαφείς αναφορές στη βυζαντινή ναοδομία.»

Οι καμπάνες των εκκλησιών της Θεσσαλονίκης, λοιπόν, μαρτυρούν την ιστορική της πορεία, την ανάπτυξή της και τη βαθιά θρησκευτική της ταυτότητα.

Για το GRDiscovery

Ρεπορτάζ: Ιωάννα Φιλίππου

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος-Μάριος Λεωνίδας και Dominika Gierwatowska