Ο Μάνος Κοντολέων μιλά στον Θάνο Χατζηανδρέου και στο Terra Voices για τη λογοτεχνία στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, τα παιδιά που κατηγορούμε ότι δεν διαβάζουν και τις ιστορίες που μπορούν να κλονίσουν τις βεβαιότητές μας. Μια συζήτηση για το βιβλίο, αλλά κυρίως για τον άνθρωπο πίσω από τις λέξεις.
Ο Μάνος Κοντολέων μιλά στον Θάνο Χατζηανδρέου και στο Terra Voices για τη λογοτεχνία στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, τα παιδιά που κατηγορούμε ότι δεν διαβάζουν και τις ιστορίες που μπορούν να κλονίσουν τις βεβαιότητές μας. Μια συζήτηση για το βιβλίο, αλλά κυρίως για τον άνθρωπο πίσω από τις λέξεις.
Ο Μάνος Κοντολέων δεν αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη σαν έναν ανεπιθύμητο επισκέπτη στον κόσμο της γραφής. Τη χρησιμοποίησε, όπως λέει, ακόμη και για να προετοιμαστεί για τη συζήτησή του στο Terra Voices. Συνομίλησε μαζί της για τις απαντήσεις που ήθελε να δώσει — ανάμεσά τους και για όσα η ίδια δεν μπορεί να αντικαταστήσει στη λογοτεχνική δημιουργία.
Η παραδοχή έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν συνοδεύεται ούτε από ενθουσιασμό χωρίς επιφυλάξεις ούτε από καταγγελία. Ένας συγγραφέας με πολυετή παρουσία στη λογοτεχνία για παιδιά, εφήβους και ενήλικες επιλέγει να εξετάσει το εργαλείο στην πράξη. Και έπειτα να θέσει το ερώτημα αλλού: όχι μόνο στην ποιότητα του αποτελέσματος, αλλά στον λόγο για τον οποίο γράφεται ένα κείμενο.
«Ποιος είχε την ανάγκη να γραφτεί αυτό το κείμενο;»
Η ερώτηση αυτή δίνει τον τόνο σε μια συνέντευξη που αφορά και όσους δεν θεωρούν τον εαυτό τους συστηματικό αναγνώστη. Γιατί πίσω από τη συζήτηση για τα βιβλία βρίσκεται κάτι πολύ ευρύτερο: πώς καταλαβαίνουμε τη ζωή μας και πώς επιτρέπουμε στις ζωές των άλλων να μας επηρεάσουν.

Το όνομα κάτω από το κείμενο
Ο Κοντολέων δεν επενδύει στο επιχείρημα ότι ένας άνθρωπος θα γράφει αναγκαστικά καλύτερα από μια μηχανή. Αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο τα παραγόμενα κείμενα να γίνουν εξαιρετικά, ακόμη και δύσκολα διακριτά από εκείνα ενός ανθρώπου.
Εκείνο που τον απασχολεί είναι η προσωπική διαδρομή πίσω από τη γραφή. Ο συγγραφέας έχει ένα σώμα που γερνά, ανθρώπους που αγάπησε, απώλειες, φόβους και επιθυμίες. Αυτά δεν χρειάζεται να εμφανίζονται αυτούσια στην πλοκή για να επηρεάζουν το έργο.
«Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία της δημιουργίας. Δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη της», υποστηρίζει.
Η διάκριση δεν είναι τεχνική. Είναι μια θέση για την πατρότητα και την ευθύνη του λόγου. Ποιος επιλέγει τι θα ειπωθεί; Ποιος αναγνωρίζει το κείμενο ως δικό του; Ποιος στέκεται πίσω από την υπογραφή;
Για τον ίδιο, η χρήση ενός εργαλείου δεν καταργεί αυτές τις ερωτήσεις. Τις κάνει περισσότερο αναγκαίες.

Τα παιδιά δεν δημιούργησαν τον κόσμο των οθονών
Η ίδια διάθεση αμφισβήτησης εμφανίζεται όταν η συζήτηση περνά στους νεότερους αναγνώστες.
Η εύκολη εξήγηση είναι γνωστή: τα παιδιά κοιτούν διαρκώς οθόνες, δεν συγκεντρώνονται, δεν διαβάζουν όπως παλαιότερα. Ο Κοντολέων μεταφέρει την προσοχή από τη συμπεριφορά τους στο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν.
«Εμείς, οι ενήλικες, δημιουργήσαμε αυτόν τον κόσμο και μετά κατηγορούμε τα παιδιά επειδή ζουν μέσα του».
Δεν αρνείται ότι οι συνήθειες αλλάζουν. Αρνείται, όμως, ότι η επίπληξη αποτελεί απάντηση. Το βιβλίο δεν μπορεί να πλησιάσει έναν έφηβο μόνο ως ακόμη μία υποχρέωση ανάμεσα στις υπόλοιπες.
Έχει κάτι διαφορετικό να προσφέρει: χώρο για προσωπική συμμετοχή. Ο αναγνώστης φαντάζεται τον ήρωα, δίνει μορφή στον κόσμο του, σταματά, επιστρέφει, σκέφτεται. Η ιστορία δεν ολοκληρώνεται χωρίς εκείνον.
Γι’ αυτό ο συγγραφέας βλέπει στην ανάγνωση μια μικρή αντίσταση απέναντι στην ταχύτητα. Όχι μια απόδραση από το παρόν, αλλά μια δυνατότητα να αποκτήσουμε χρόνο μέσα του.

Το βιβλίο δεν είναι πιστοποιητικό καλοσύνης
Μια από τις πιο ουσιαστικές επιφυλάξεις της συνέντευξης αφορά μια σχεδόν αυτονόητη, για πολλούς, διαβεβαίωση: ότι η λογοτεχνία μάς κάνει καλύτερους ανθρώπους.
Ο Κοντολέων δεν την αποδέχεται ανεπιφύλακτα. Η ανάγνωση δεν εξασφαλίζει ηθική ανωτερότητα. Δεν ακυρώνει αυτομάτως την προκατάληψη ούτε μετατρέπει τον αναγνώστη σε υποδειγματικό πολίτη.
Μπορεί, όμως, να δημιουργήσει μια ρωγμή στην αυτάρκειά του.
«Μπορεί να μας κάνει λιγότερο βέαιους για τις προκαταλήψεις μας».
Μέσα σε μια ιστορία, εκείνος που περιγράφαμε αόριστα ως «ξένο» αποκτά πρόσωπο, επιθυμίες και αντιφάσεις. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνήσουμε μαζί του. Έχουμε, όμως, την ευκαιρία να τον συναντήσουμε πέρα από την κατηγορία στην οποία τον είχαμε τοποθετήσει.
Αυτό είναι ένα πιο απαιτητικό επιχείρημα υπέρ της ανάγνωσης από την υπόσχεση ότι ένα βιβλίο θα μας βελτιώσει. Μας ζητά να δεχτούμε πως ίσως δεν γνωρίζουμε τους άλλους τόσο καλά όσο νομίζουμε.

Οι ζωές που δεν χωρούν στους αριθμούς
Η λογοτεχνία, στη σκέψη του Μάνου Κοντολέων, δεν ανταγωνίζεται την ιστορική γνώση. Αναζητά μια διαφορετική πρόσβαση στην εμπειρία.
Ένα γεγονός μπορεί να καταγραφεί με ημερομηνίες, αιτίες, συνέπειες και αριθμούς. Το μυθιστόρημα μπορεί να σταθεί στο τραπέζι ενός ανθρώπου που το έζησε: σε αυτό που φοβήθηκε, σε όσα έχασε, σε εκείνα που δεν μπόρεσε να πει.
Αντίστοιχα, η προσωπική μνήμη δεν λειτουργεί για τον συγγραφέα ως κατάλογος αμετάβλητων περιστατικών. Επιλέγει, ξεχνά και μεταμορφώνει. Το λογοτεχνικό έργο προκύπτει μέσα από αυτή την επεξεργασία, όχι από μια μηχανική αντιγραφή της ζωής.
Ίσως γι’ αυτό, έπειτα από τόσα χρόνια γραφής, ο ίδιος δεν επικαλείται περισσότερη βεβαιότητα ως απόδειξη ωριμότητας. Περιγράφει το αντίθετο: όσο μεγαλώνει, τόσο περισσότερο ενδιαφέρεται να καταλάβει.

Γιατί μία ζωή δεν μας αρκεί
Όταν καλείται να απευθυνθεί στους νέους, δεν καταφεύγει στο «πρέπει να διαβάζετε».
«Η λογοτεχνία δεν αντέχει στο “πρέπει”».
Η δική του πρόσκληση είναι διαφορετική: μια ιστορία μάς επιτρέπει να συναντήσουμε ζωές που δεν θα ζούσαμε ποτέ. Να βρεθούμε σε άλλη ηλικία, σε άλλη εποχή, μέσα σε εμπειρίες που δεν είναι δικές μας. Και, όταν επιστρέψουμε στη δική μας καθημερινότητα, ίσως να μην είμαστε ακριβώς οι ίδιοι.
Αυτό είναι και το νήμα που συνδέει όλη τη συζήτηση. Από την τεχνητή νοημοσύνη μέχρι την εφηβεία και από τη μνήμη μέχρι την κοινωνική ευθύνη, το ζητούμενο παραμένει η δυνατότητα να μην περιοριζόμαστε σε μία μόνο οπτική.
Ο Κοντολέων το συμπυκνώνει σε μια φράση: «Γιατί μία ζωή δεν μας αρκεί».
Η συνέντευξή του δεν προσφέρει έναν κατάλογο λόγων για να αγαπήσουμε υποχρεωτικά τα βιβλία. Μας καλεί να αναρωτηθούμε ποιες εμπειρίες αφήνουμε έξω από τη ζωή μας όταν σταματάμε να ακούμε ιστορίες.
Ακούστε ολόκληρη τη συζήτηση του Μάνου Κοντολέων με τον Θάνο Χατζηανδρέου στο Terra Voices.
