Οι Πέρσες: Από τον Ηρόδοτο στον Αισχύλο και στο σήμερα

Η Περσική Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών ήταν, την εποχή εκείνη, η μεγαλύτερη δύναμη που είχε δει ποτέ ο κόσμος — μια απέραντη επικράτεια που εκτεινόταν από την Ινδία ως την Αίγυπτο και το Αιγαίο. Ιδρυτής της ήταν ο Κύρος ο Μέγας, ενώ ο Δαρείος Α΄ την οργάνωσε διοικητικά σε σατραπείες και επεξέτεινε την επιρροή της προς τη Θράκη και τη Μακεδονία. Οι ελληνικές πόλεις της Ιωνίας, στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, βρίσκονταν ήδη υπό περσικό έλεγχο.

Η αφορμή: η Ιωνική Επανάσταση (499-494 π.Χ.)

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι ελληνικές πόλεις της Ιωνίας εξεγέρθηκαν κατά της περσικής κυριαρχίας, με πρωτοστάτη τη Μίλητο. Η Αθήνα και η Ερέτρια έστειλαν πλοία σε βοήθεια των εξεγερμένων, και αθηναϊκά στρατεύματα συμμετείχαν στην πυρπόληση των Σάρδεων, πρωτεύουσας της τοπικής σατραπείας. Η επανάσταση τελικά καταπνίγηκε, όμως ο Δαρείος, θέλοντας να τιμωρήσει την Αθήνα και την Ερέτρια για την ανάμειξή τους, αποφάσισε να εκστρατεύσει εναντίον της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο Ηρόδοτος αφηγείται μάλιστα πως ο Δαρείος διέταξε έναν υπηρέτη να του θυμίζει τρεις φορές κάθε φορά που κάθονταν να δειπνήσουν: «Δέσποτα, θυμήσου τους Αθηναίους».

Ο Πρώτος Περσικός Πόλεμος: Μαραθώνας (490 π.Χ.)

Ο περσικός στόλος, υπό τον Δατή και τον Αρταφέρνη, αποβιβάστηκε στον Μαραθώνα της Αττικής. Ο αθηναϊκός στρατός, με μικρή ενίσχυση από τις Πλαταιές και χωρίς τη βοήθεια της Σπάρτης (που καθυστέρησε λόγω θρησκευτικής εορτής), νίκησε τους Πέρσες σε μια μάχη που ο Ηρόδοτος περιγράφει λεπτομερώς, αναφέροντας απώλειες 192 Αθηναίων έναντι περίπου 6.400 Περσών — αριθμοί που, ακόμη κι αν αμφισβητούνται ως προς την ακρίβειά τους, δείχνουν μια συντριπτική νίκη που άλλαξε την αυτοπεποίθηση του ελληνικού κόσμου.

Ο Δεύτερος Περσικός Πόλεμος: η εκστρατεία του Ξέρξη (480-479 π.Χ.)

Ο Δαρείος πέθανε πριν προλάβει να εκδικηθεί, και ο γιος του, Ξέρξης Α΄, ανέλαβε ένα σχέδιο πολύ μεγαλύτερης κλίμακας: την πλήρη κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο Ηρόδοτος περιγράφει μια τεράστια στρατιά — με αριθμούς που η σύγχρονη ιστορική έρευνα θεωρεί υπερβολικούς, αλλά που σίγουρα αντιστοιχούσαν στη μεγαλύτερη εκστρατευτική δύναμη που είχε οργανωθεί μέχρι τότε. Ο Ξέρξης έζευξε τον Ελλήσποντο με δύο γέφυρες πλοίων για να περάσει τον στρατό του από την Ασία στην Ευρώπη· όταν μια θύελλα κατέστρεψε τις πρώτες γέφυρες, ο Ηρόδοτος αναφέρει πως ο Ξέρξης διέταξε να μαστιγώσουν τα νερά του πορθμού και να του ρίξουν αλυσίδες ως τιμωρία — μια πράξη που οι Έλληνες θεώρησαν έσχατη έκφραση αλαζονείας απέναντι στη θεία τάξη.

Ακολούθησαν οι Θερμοπύλες, όπου ο Λεωνίδας και οι Τριακόσιοι Σπαρτιάτες (μαζί με άλλους Έλληνες συμμάχους) κράτησαν για μέρες το στενό πέρασμα πριν προδοθούν από τον Εφιάλτη και αφανιστούν· η καταστροφή και πυρπόληση της Αθήνας, που εκκενώθηκε πλήρως· και τέλος η ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), όπου ο ενωμένος ελληνικός στόλος, με πρωτοβουλία του Αθηναίου Θεμιστοκλή, παρέσυρε τον πολυπληθέστερο περσικό στόλο σε στενά νερά, όπου ο αριθμητικός όγκος του γύρισε εναντίον του. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τον Ξέρξη να παρακολουθεί την ήττα του στόλου του καθισμένος σε θρόνο πάνω σε λόφο απέναντι από τη Σαλαμίνα. Τον επόμενο χρόνο, στις Πλαταιές (479 π.Χ.), ο συνασπισμένος ελληνικός στρατός συνέτριψε και τον περσικό χερσαίο στρατό, βάζοντας τέλος στην απειλή.

Αυτά είναι, εν συντομία, τα ιστορικά γεγονότα όπως τα γνωρίζουμε κυρίως από τον Ηρόδοτο. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο — και μόλις οκτώ χρόνια μετά τη Σαλαμίνα — γράφτηκε το θεατρικό έργο «Πέρσαι» του Αισχύλου.

Η δραματουργική τόλμη: η οπτική γωνία του ηττημένου

Το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του έργου δεν είναι μόνο το περιεχόμενό του, αλλά η επιλογή της σκοπιάς. Αντί να δείξει τον θρίαμβο των Ελλήνων, ο Αισχύλος μεταφέρει ολόκληρη τη δράση στα Σούσα, στην αυλή του Πέρση βασιλιά, και αφηγείται την ήττα μέσα από τα μάτια των ίδιων των ηττημένων. Σε μια εποχή που θα δικαιολογούσε απόλυτα έναν εθνικιστικό θρίαμβο, ο νικητής επιλέγει να γράψει για τον πόνο του αντιπάλου του με πλήρη σοβαρότητα και σεβασμό, χωρίς ίχνος χλευασμού.

Η πλοκή και τα πρόσωπα

  • Ο Χορός των γερόντων Περσών συμβούλων ανοίγει το έργο με αγωνία, περιμένοντας νέα από την εκστρατεία του Ξέρξη.
  • Η Άτοσσα, μητέρα του Ξέρξη και χήρα του προηγούμενου βασιλιά Δαρείου, βασανίζεται από προφητικά όνειρα που προμηνύουν συμφορά.
  • Ένας Άγγελος φτάνει από το μέτωπο και αφηγείται με σχεδόν ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια την καταστροφή στη Σαλαμίνα — μία από τις πιο ζωντανές και λεπτομερείς περιγραφές ναυμαχίας που σώζονται από όλη την αρχαιότητα, τόσο που πολλοί μελετητές τη θεωρούν αξιόπιστη ιστορική πηγή.
  • Το φάντασμα του Δαρείου ανακαλείται από τον τάφο του και εξηγεί ότι η καταστροφή δεν ήταν τυχαία, αλλά θεϊκή τιμωρία για την ύβρη του γιου του — την προσπάθειά του να υποτάξει ακόμη και τη θάλασσα, σαν να ήταν σκλάβα του.
  • Ο Ξέρξης επιστρέφει τελικά επί σκηνής, με σκισμένα ρούχα, μόνος, χωρίς στρατό και χωρίς δόξα, και το έργο κλείνει με έναν εκτεταμένο, κοινό θρήνο.

Το θέμα της ύβρεως

Το ηθικό και θεολογικό κέντρο του έργου είναι η έννοια της ύβρεως: η πεποίθηση ότι η υπέρμετρη ισχύς, όταν ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια, γεννά αναπόφευκτα τη δική της πτώση. Ο Ξέρξης δεν τιμωρείται απλώς επειδή έχασε μια μάχη· τιμωρείται επειδή πίστεψε ότι μπορούσε να υποτάξει την ίδια τη φύση. Είναι μια ιδέα που θα διατρέξει έπειτα ολόκληρη την ελληνική τραγωδία, από τον Σοφοκλή ως τον Ευριπίδη.

Τα Δεινά του Πολέμου Σήμερα: Πόσοι Πόλεμοι Μαίνονται στη Γη και Πώς Θα Τους Έβλεπε ο Αισχύλος

Πόσοι πόλεμοι διεξάγονται αυτή τη στιγμή στον πλανήτη

Το ερώτημα ακούγεται απλό, όμως η απάντηση είναι πιο συγκλονιστική απ’ όσο υποψιάζεται κανείς. Το Uppsala Conflict Data Program (UCDP) του Πανεπιστημίου της Ουψάλα, που θεωρείται η πλέον έγκυρη διεθνής βάση δεδομένων για ένοπλες συγκρούσεις, κατέγραψε το 2025 τον υψηλότερο αριθμό διακρατικών συγκρούσεων από το 1946 — οκτώ πολέμους ανάμεσα σε κράτη, διπλάσιους σε σχέση με το 2023. Στο σύνολό τους, οι ενεργές ένοπλες συγκρούσεις παγκοσμίως εκτιμώνται σήμερα σε 55-61, εκ των οποίων περίπου 10 έως 13 έχουν κλιμακωθεί σε πλήρη πόλεμο — δηλαδή σύγκρουση με πάνω από 1.000 μάχιμους θανάτους τον χρόνο. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό πολέμων που έχει καταγραφεί από το 2016, ενώ ο αριθμός των διακρατικών συγκρούσεων βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι ερευνητές του UCDP σημειώνουν κάτι εξίσου ανησυχητικό: ενώ ο συνολικός αριθμός θανάτων παρουσίασε μικρή μείωση το τελευταίο έτος (γύρω στις 160.000 νεκρούς από οργανωμένη βία), η στοχευμένη βία εναντίον αμάχων αυξήθηκε σημαντικά. Με άλλα λόγια: λιγότεροι στρατιώτες πεθαίνουν στα πεδία μάχης, αλλά περισσότεροι άμαχοι γίνονται στόχος με τη θέλησή τους — μια μετατόπιση που θα αναγνώριζε αμέσως κάθε αναγνώστης αρχαίας τραγωδίας, όπου ο πόλεμος χτυπά πάντα πρώτα εκείνους που δεν πήραν ποτέ την απόφαση να πολεμήσουν.

Putin's longest war: Calling time on Russia's endurance myth – European  Council on Foreign Relations

Οι κύριοι πόλεμοι του σήμερα

  • Ουκρανία-Ρωσία (από το 2022): Μπαίνει στον πέμπτο χρόνο του, με τις γραμμές του μετώπου γύρω από το Χάρκοβο, το Ντονέτσκ και τα νότια τμήματα να έχουν παγιωθεί σε πόλεμο φθοράς και χαρακωμάτων. Οι εκτιμήσεις για τις συνολικές στρατιωτικές απώλειες και των δύο πλευρών κυμαίνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες, με συστηματικά πλήγματα να στοχεύουν την ενεργειακή υποδομή και τις πόλεις.
  • Σουδάν (από το 2023): Ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στον στρατό (SAF) και την παραστρατιωτική RSF έχει εκτοπίσει πάνω από 12 εκατομμύρια ανθρώπους και έχει προκαλέσει εκτιμώμενα 150.000 και πλέον θανάτους, με τον πραγματικό αριθμό να θεωρείται πολύ υψηλότερος λόγω της δυσκολίας πρόσβασης στις πληγείσες περιοχές. Είναι, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, η σοβαρότερη ανθρωπιστική κρίση της εποχής μας — και ταυτόχρονα η λιγότερο προβεβλημένη διεθνώς.
  • Μέση Ανατολή (Ισραήλ-Γάζα, Ιράν, Λίβανος): Παρά τις εκεχειρίες που έχουν υπογραφεί, αναφέρονται εκατοντάδες πρόσφατοι θάνατοι στη Γάζα ακόμη και μετά τη συμφωνία παύσης πυρός, ενώ το 2026 σημειώθηκαν άμεσες στρατιωτικές συγκρούσεις ανάμεσα σε Ισραήλ και Ιράν, με αμερικανική εμπλοκή. Η περιοχή παραμένει μια αλυσίδα αλληλένδετων μετώπων.
  • Ανατολικό Κονγκό: Η προέλαση της ανταρτικής οργάνωσης M23, με την υποστήριξη — σύμφωνα με αναφορές — γειτονικών δυνάμεων, έχει οδηγήσει στην κατάληψη μεγάλων πόλεων όπως η Γκόμα, προκαλώντας νέο κύμα εκτοπισμού σε μια περιοχή που ήδη μαστίζεται από συγκρούσεις εδώ και δεκαετίες.
  • Μιανμάρ: Ο εμφύλιος πόλεμος συνεχίζεται πλέον στον πέμπτο του χρόνο, με τον στρατό της χούντας να αντιμετωπίζει πολλαπλά αντάρτικα μέτωπα σε όλη τη χώρα.
  • Ινδία-Πακιστάν, Πακιστάν-Αφγανιστάν, Ταϊλάνδη-Καμπότζη: Διακρατικές εντάσεις και ένοπλες συγκρούσεις χαμηλότερης — αλλά όχι αμελητέας — έντασης, με τη σύγκρουση Ινδίας-Πακιστάν να χαρακτηρίζεται από αναλυτές ως η χειρότερη ανάμεσα στις δύο χώρες εδώ και δεκαετίες.
  • Υεμένη, Σαχέλ, Αϊτή, Σομαλία: Παρατεταμένες, «αόρατες» συγκρούσεις που σπάνια φτάνουν σε πρωτοσέλιδα, αλλά συνεχίζουν να παράγουν εκτοπισμένους και νεκρούς χρόνο με τον χρόνο.

Αν προσθέσουμε και τις χαμηλότερης έντασης συγκρούσεις — σε Αμερική (βία καρτέλ στο Μεξικό), σε Ασία (καταστολή στο Θιβέτ και στους Ουιγούρους) και αλλού — φτάνουμε σε έναν αριθμό γύρω στις 20 «κύριες» ενεργές ζώνες πολέμου σε τέσσερις ηπείρους ταυτόχρονα, μέσα σε ένα ευρύτερο σύνολο 55-60 ενόπλων συγκρούσεων συνολικά. Είναι, σύμφωνα με τους ίδιους τους ερευνητές του UCDP, «μια νέα εποχή με περισσότερες, πιο έντονες και πιο πολύπλοκες συγκρούσεις».

Το διαχρονικό σχήμα του Αισχύλου

Το σχήμα που περιέγραψε ο Αισχύλος στους «Πέρσες» — αναμονή, φόβος, θρήνος, ερήμωση, ηθική κατάρρευση — δεν έχει αλλάξει στην ουσία του. Έχει απλώς αλλάξει κλίμακα και μέσο μετάδοσης:

  • Ο εκτοπισμός ως μαζικό φαινόμενο: Στο Σουδάν και μόνο, 12 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους. Είναι σαν να είχε εκκενωθεί ολόκληρη η Ελλάδα και μισή Βουλγαρία μαζί. Η εικόνα της Αθήνας που αδειάζει πριν τη Σαλαμίνα, όπως την περιγράφει ο Ηρόδοτος, επαναλαμβάνεται καθημερινά σε δεκάδες χώρες, απλώς σε κλίμακα που ο αρχαίος κόσμος δεν θα μπορούσε καν να συλλάβει.
  • Η αναμονή των μετόπισθεν: Η αγωνία της Άτοσσας περιμένοντας νέα από τη Σαλαμίνα έχει σήμερα ψηφιακή μορφή: οικογένειες που παρακολουθούν βίντεο από drones, κανάλια στο Telegram, λίστες αγνοουμένων που ανανεώνονται ώρα με την ώρα. Το μέσο άλλαξε· η αγωνία, όχι.
  • Η στοχοποίηση αμάχων ως στρατηγική: Η αύξηση της «μονόπλευρης βίας» που καταγράφει το UCDP — βία που στοχεύει αποκλειστικά αμάχους, όχι μαχητές — είναι ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα των τελευταίων ετών. Δεν είναι απλώς παράπλευρη απώλεια πολέμου· είναι, σε πολλές περιπτώσεις, ο ίδιος ο σκοπός της επίθεσης.
  • Η διάψευση της «ειρήνης επί χάρτου»: Στη Γάζα, εκατοντάδες θάνατοι έχουν καταγραφεί ακόμη και μετά την υπογραφή εκεχειρίας. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση («τέλος του πολέμου») και την πραγματικότητα στο έδαφος είναι ακριβώς το χάσμα που ο Αισχύλος δραματοποιεί μέσα από την αντίθεση ανάμεσα στην αυτοκρατορική αφήγηση του Ξέρξη και στον πραγματικό όλεθρο που περιγράφει ο Άγγελος.
  • Η κατάρρευση κρατών: Το Σουδάν δεν είναι πλέον ένα λειτουργικό κράτος με έναν πόλεμο μέσα του· είναι ένα κράτος που έχει διαλυθεί από τον πόλεμο. Το ίδιο ισχύει, σε διαφορετικό βαθμό, για τη Λιβύη, τη Σομαλία, τμήματα της Μιανμάρ. Είναι η σύγχρονη εκδοχή αυτού που ο Αισχύλος περιγράφει ως ερήμωση των Σούσων: όχι απλώς στρατιωτική ήττα, αλλά διάλυση του ίδιου του κοινωνικού ιστού.

Πώς θα τα έβλεπε ο Αισχύλος αν ζούσε σήμερα;

Ας φανταστούμε, λοιπόν, τον ίδιο τον Αισχύλο — όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως έναν άνθρωπο που πολέμησε ο ίδιος στον Μαραθώνα, που έζησε την καταστροφή και την ανοικοδόμηση της πατρίδας του, και που επέλεξε να γράψει τραγωδία για τον πόνο του εχθρού την ίδια στιγμή που η δική του πόλη γιόρταζε τη νίκη.

Δεν θα εντυπωσιαζόταν από την τεχνολογία, αλλά θα αναγνώριζε αμέσως το σχήμα. Τα drones, οι δορυφορικές εικόνες, οι αλγόριθμοι στόχευσης — όλα αυτά θα του ήταν εξωγήινα. Όμως η μητέρα που περιμένει, ο κατάλογος των νεκρών, ο ηγέτης που επιστρέφει διαφορετικός απ’ όποιον έφυγε — αυτά θα τα αναγνώριζε μέσα σε λίγα λεπτά. Θα καταλάβαινε ότι η ουσία του πολέμου δεν άλλαξε ποτέ· άλλαξε μόνο η ταχύτητα και η εμβέλειά του.

Θα έγραφε πιθανότατα όχι ένα, αλλά πολλά έργα ταυτόχρονα. Στην εποχή του, υπήρχε ένας πόλεμος να δραματοποιήσει. Σήμερα θα έβρισκε είκοσι. Ίσως αυτό ακριβώς θα τον τρόμαζε περισσότερο: όχι η ένταση ενός μεμονωμένου πολέμου, αλλά η ταυτόχρονη ύπαρξη τόσων πολλών, σε σημείο που κανένας πλέον δεν προλαβαίνει να πάρει την προσοχή που παίρνει η Σαλαμίνα στο δικό του έργο.

Θα παρατηρούσε, μάλλον με πικρία, ότι ο κόσμος έχει τόσους πολέμους ταυτόχρονα που έχει αναπτύξει μια ικανότητα να τους αγνοεί επιλεκτικά — κάτι που ο ίδιος, γράφοντας ένα έργο αποκλειστικά αφιερωμένο στον πόνο ενός και μόνου εχθρού, θα έβρισκε ασύλληπτο.

Θα ξαναέγραφε για την ύβρη, με νέες μορφές. Ο Ξέρξης τιμωρήθηκε επειδή προσπάθησε να υποτάξει τη θάλασσα. Ο σύγχρονος Αισχύλος θα αναζητούσε τη σημερινή ύβρη όχι απαραίτητα σε έναν μονάρχη, αλλά ίσως στην ίδια την πεποίθηση ότι η υπεροχή σε όπλα, σε τεχνολογία ή σε αριθμούς εξασφαλίζει ασυλία από τις συνέπειες — μια πεποίθηση που, όπως και στην αρχαιότητα, συνεχίζει να διαψεύδεται με τεράστιο ανθρώπινο κόστος.

Θα επέμενε στο ανθρώπινο πρόσωπο του «εχθρού». Αυτό ίσως είναι το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο των «Περσών», και αυτό που θα επαναλάμβανε σήμερα πιο επιτακτικά από ποτέ: σε έναν κόσμο όπου κάθε πλευρά κάθε πολέμου αφηγείται τη δική της εκδοχή δικαίωσης, ο Αισχύλος θα επέμενε να δείξει τη μητέρα, τον γέρο, το παιδί της «άλλης» πλευράς με την ίδια αξιοπρέπεια. Δεν θα το έκανε επειδή θεωρούσε τους πολέμους ηθικά ισοδύναμους — ο ίδιος πολέμησε με πεποίθηση για την πατρίδα του — αλλά επειδή πίστευε ότι το πένθος, σε αντίθεση με την πολιτική, δεν έχει εθνικότητα.

Θα αναρωτιόταν, τέλος, γιατί δεν μάθαμε τίποτα. Το πιο σκληρό ερώτημα που θα μπορούσε να θέσει ο Αισχύλος, βλέποντας 55 έως 60 ενεργές συγκρούσεις να μαίνονται ταυτόχρονα δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά το δικό του έργο, θα ήταν αυτό: αν η τραγωδία υπήρξε πάντα ικανή να δείξει στους ανθρώπους το πραγματικό κόστος του πολέμου, γιατί ο κόσμος συνεχίζει να τον επιλέγει με τέτοια συχνότητα;

Το έργο του δεν δόθηκε ποτέ ως λύση, αλλά ως καθρέφτης. Το γεγονός ότι ο καθρέφτης παραμένει τόσο ακριβής, τόσους αιώνες μετά, λέει περισσότερα για την ανθρώπινη φύση, αλλά και για την αξία της ίδιας της τέχνης.

Με αφορμή την επιστροφή της εμβληματικής τραγωδίας του Αισχύλου «Πέρσες» στα ελληνικά θέατρα το καλοκαίρι του 2026, το GRDiscovery εξασφάλισε μια αποκλειστική συνέντευξη από τον ηθοποιό Δημήτρη Καταλειφό, ο οποίος υποδύεται τον Δαρείο στη νέα παραγωγή, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη. Η συνέντευξη ακολουθεί ηχογραφημένη.

Οι συντελεστές της παράστασης

  • Σκηνοθεσία: Χρήστος Θεοδωρίδης
  • Διανομή:
    • Άτοσσα: Μαρία Ναυπλιώτου
    • Δαρείος: Δημήτρης Καταλειφός
    • Ξέρξης: Αναστάσης Ροϊλός
    • Αγγελιοφόρος: Σταύρος Σβήγκος
    • Χορός: 17μελής / 18μελής (ανάλογα με την παράσταση)

Ημερομηνίες και τοποθεσίες

  • Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου: 3 & 4 Ιουλίου 2026 (Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου)
  • Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη: 9 & 10 Ιουλίου 2026 (Φεστιβάλ Δάσους)
  • Περιοδεία: Σε ανοιχτά θέατρα της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας

Αποκλειστική συνέντευξη του Δημήτρη Καταλειφού στην Κατερίνα Τσεκλίδου και στο GRDiscovery

Για το GRDiscovery

Ρεπορτάζ: Κατερίνα Τσεκλίδου