ROME: Όταν η λησμονιά της ευρωπαϊκής ιστορίας συναντά τη μουσική

Βράδυ Παρασκευής. Στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, βαδίζοντας στα στενά των Λαδάδικων, οι πλακόστρωτοι δρόμοι γεμίζουν ασφυκτικά από ανθρώπους που έχουν βγει για να χαλαρώσουν, να πιουν ένα ποτό, να χαθούν στη μουσική και στις κουβέντες της νύχτας. Ανάμεσα στα μπαρ, τα ροκάδικα και τις φωτεινές βιτρίνες της διασκέδασης, μπορεί κανείς —σχεδόν απροσδόκητα— να συναντήσει ήχους που δεν υπόσχονται εύκολη απόδραση, αλλά προβληματισμό.

Μουσικές που δεν λειτουργούν ως υπόκρουση της εξόδου, αλλά ως υπενθύμιση. Εκεί όπου η διασκέδαση συναντά τη μνήμη και η νύχτα φέρνει στην επιφάνεια τη σκοτεινή ευρωπαϊκή ιστορία που συνεχίζει να μας βαραίνει. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, οι ROME από το Λουξεμβούργο ανεβαίνουν στη σκηνή για να μετατρέψουν ένα απλό βράδυ εξόδου σε μια εμπειρία στοχασμού.

Πρόκειται για ένα μουσικό πρότζεκτ υπό την καθοδήγηση του Jérôme Reuter. Αν και κινούμενοι στο είδος του neofolk και post-industrial, δύσκολα μπορεί κανείς να τους τοποθετήσει σε συγκεκριμένες ταμπέλες — και ίσως αυτός ακριβώς να είναι ο σκοπός τους.


Η ώρα 21:00 και μέσα στο Eightball συγκεντρώνεται το πιστό κοινό των ROME. Άτομα με μέση ηλικία τα 40–50 έτη, ντυμένα κυρίως στα μαύρα, με το κλασικό ροκ ύφος της δεκαετίας του ’70–’80. Στη σκηνή εμφανίζεται το opening act, Dark Creed. Ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα μαύρα, με την κουκούλα να καλύπτει το πρόσωπό του, αφήνοντας μόνο μια σχισμή ανοιχτή στα μάτια.

Στα δεξιά του, ένα ψηλό τραπεζάκι, πάνω στο οποίο καίνε αναμμένα κεριά, σαν εκείνα της εκκλησίας. Ο χώρος σκοτεινός, με μοναδικό φωτισμό μπλε προβολείς σε συνδυασμό με το φως των κεριών, δημιουργώντας μια μυστικιστική ατμόσφαιρα, σχεδόν τελετουργική. Με μια κλασική κιθάρα ως μοναδικό όργανο, ο Dark Creed «ανοίγει» την τελετουργία για τους παρευρισκόμενους. Η απουσία στίχων εντείνει το κλίμα και προετοιμάζει το έδαφος για το μήνυμα που θα ακολουθήσει.


Λίγο πριν τις 22:00, ανεβαίνουν στη σκηνή οι ROME. Η φωνή του Jérôme Reuter, βαθιά και απαγγελτική, θυμίζει Leonard Cohen. Δεν τραγουδά απλώς — αφηγείται. Κάθε κομμάτι μοιάζει με κεφάλαιο ενός σκοτεινού ευρωπαϊκού χρονικού. Οι στίχοι του είναι βαριοί, φορτισμένοι, γεμάτοι λογοτεχνικές και ιστορικές αναφορές. Δεν εξωραΐζουν τη βία· τη θυμίζουν. Δεν ρομαντικοποιούν το παρελθόν· το απογυμνώνουν.


Η μουσική των ROME λειτουργεί ως αφήγηση. Το neofolk, το industrial και οι martial ρυθμοί δεν είναι απλώς αισθητικές επιλογές, αλλά εργαλεία διήγησης. Η ακουστική κιθάρα στρέφει το βλέμμα στον άνθρωπο, στη μνήμη και στην απώλεια. Τα στρατιωτικά τύμπανα δημιουργούν την αίσθηση του καταναγκασμού, της πειθαρχίας, της πορείας χωρίς επιλογή. Τα σκοτεινά synth δεν χτίζουν απλώς ρυθμό — χτίζουν αποξένωση. Ο ακροατής δεν καλείται να νιώσει άνετα. Καλείται να θυμηθεί.


Ρωτώντας τον Jérôme Reuter πώς αντιλαμβάνεται το γεγονός ότι αυτή η σκοτεινή, ιστορικά φορτισμένη μουσική βρίσκει ανταπόκριση στο σημερινό πολιτισμικό τοπίο, η απάντησή του είναι απλή και ειλικρινής. Μας εξηγεί πως δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο πλάνο ούτε επιχειρεί να μεταδώσει ένα προκαθορισμένο μήνυμα. Ακολουθεί το ένστικτό του, γράφει για όσα τον κινούν και τον απασχολούν, και αισθάνεται ευγνωμοσύνη όταν αυτά βρίσκουν ανταπόκριση και σε άλλους ανθρώπους.


Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη σταθμό της περιοδείας. Όταν τον ρωτήσαμε τι είναι αυτό που κάνει το ελληνικό κοινό και τον ελληνικό πολιτισμό να ξεχωρίζουν, μίλησε με εμφανή σεβασμό. Μας είπε πως έχει πάντα περάσει υπέροχα στην Ελλάδα και πως η πολιτιστική της κληρονομιά τον συγκινεί βαθιά. Μεγαλωμένος με τον Όμηρο και την ελληνική μυθολογία, νιώθει ιδιαίτερη σύνδεση με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Παράλληλα, βλέπει τη χώρα ως έναν τόπο όπου οι δυσκολίες της σύγχρονης εποχής γίνονται ορατές με έναν σχεδόν ωμό τρόπο — μια ζωντανή υπενθύμιση των αντιφάσεων του σημερινού κόσμου.


Η συζήτηση δεν θα μπορούσε να μην αγγίξει και τη neofolk/post-punk σκηνή. Ερωτηθείς για την εξέλιξή της μέσα από τις συναυλίες σε διαφορετικές χώρες, ο Reuter παραδέχεται πως δεν έχει ξεκάθαρη εικόνα για το πού οδεύει. Κάθε χώρα, κάθε κοινό και κάθε σκηνή είναι διαφορετικά. Εκείνο που τον χαροποιεί είναι η ποικιλομορφία του κόσμου που συναντούν στις συναυλίες τους. Το μέλλον, όπως λέει, ανήκει στους νέους — και αν οι ROME καταφέρουν να φυτέψουν έστω έναν μικρό δημιουργικό σπόρο σε κάποιον ακροατή, αυτό είναι ήδη αρκετό.

Όσο για το ίδιο το live και την εμπειρία της σκηνής, η απάντησή του είναι σχεδόν ταπεινή. Το μόνο που εύχεται είναι να πάνε όλα καλά και να προσφέρουν μια δυνατή εμφάνιση που το κοινό θα εκτιμήσει. Η παρουσία του κόσμου αποτελεί από μόνη της τιμή για το συγκρότημα.


Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα και η μνήμη ξεθωριάζει, η μουσική των ROME λειτουργεί ως υπενθύμιση. Δεν προσφέρει παρηγοριά. Προσφέρει μνήμη. Και η μνήμη, όσο βαριά κι αν είναι, παραμένει η πιο αναγκαία μορφή αντίστασης.

Στο Eightball της Θεσσαλονίκης, εκείνο το βράδυ, η μουσική δεν ήταν απλώς ψυχαγωγία. Ήταν μια υπόγεια συνομιλία με το παρελθόν της Ευρώπης, με τις αποσιωπημένες ιστορίες της και με τις πληγές που συχνά αρνούμαστε να αντικρίσουμε. Η τέχνη, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι, συνεχίζει να θυμίζει όσα ξεχνάμε.

Για το GRDiscovery

Ρεπορτάζ: Ελπίδα Φωτιάδου και Ιωάννα Φιλίππου

Φωτογραφίες: Ελπίδα Φωτιάδου