Ο κ. Βελένης είναι απόφοιτος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ και του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ίδιου ιδρύματος, όπου ολοκλήρωσε την ακαδημαϊκή του διαδρομή με την ιδιότητα του Ομότιμου Καθηγητή. Κατά την ακαδημαϊκή του θητεία στις μητρικές σχολές δίδαξε Ιστορία της Πολεοδομίας, Ιστορία της Αρχιτεκτονικής και Βυζαντινή Επιγραφική.
Παράλληλα, δίδαξε και σε άλλα τρία πανεπιστήμια της Ευρώπης με προσωπική πρόσκληση. Έχει στο ενεργητικό του πλούσιο ερευνητικό και εφαρμοσμένο έργο, σχετικό με τη μελέτη και την ανάδειξη αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων και συνόλων. Μία από τις μελέτες, που αφορούσε στον παραδοσιακό οικισμό της Έδεσσας, διακρίθηκε ανάμεσα σε 1200 μελέτες που είχαν υποβληθεί από ευρωπαϊκούς φορείς λαμβάνοντας το πρώτο βραβείο. Συμμετείχε σε πλήθος επιστημονικών συναντήσεων, από τις οποίες προέκυψαν πρωτότυπα άρθρα και μονογραφίες, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τη πορεία της έρευνας.
Στη συζήτηση που είχαμε με τον Ομότιμο Καθηγητή Γιώργο Βελένη γίνεται αναφορά σε βασικές πτυχές της βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχιτεκτονικής, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη και στα μνημεία της. Μέσα από την πολυετή ερευνητική και ακαδημαϊκή του εμπειρία, προσεγγίζει ζητήματα χρονολόγησης, οικοδομικής τεχνικής, πολεοδομικής οργάνωσης και εξέλιξης της κατοικίας, ενώ καταθέτει και προσωπικές απόψεις για αμφιλεγόμενα ζητήματα και για τον τρόπο προστασίας και ανάδειξης της μνημειακής κληρονομιάς.

1.Με βάση την πολυετή σας τριβή, ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση που συναντάτε συχνά γύρω από τη ζωή και την αρχιτεκτονική του μεσαιωνικού ελληνισμού;
Το ενδιαφέρον για τον βυζαντινό πολιτισμό είχε ήδη ξεκινήσει στα χρόνια της Αναγέννησης, αλλά σε ασύγκριτα μικρότερο βαθμό σε σχέση με την κλασική αρχαιότητα, γεγονός που καθόρισε την πορεία της έρευνας. Οι απαρχές της έρευνας οφείλονται σε μοναχούς περιηγητές του 16ου αιώνα, οι οποίοι, όπως ήταν φυσικό, εστίασαν το ενδιαφέρον τους στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική.
Η συστηματοποίηση της έρευνας επιχειρήθηκε μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, αρχικά από Γάλλους και στη συνέχεια από Άγγλους αρχιτέκτονες, οι οποίοι μελέτησαν κορυφαία εκκλησιαστικά έργα σε συνεργασία με ιστορικούς της τέχνης. Ως εκ τούτου, η αρχιτεκτονική του μεσαιωνικού ελληνισμού ταυτίστηκε με τη βυζαντινή ναοδομία, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την κοσμική αρχιτεκτονική, ενώ τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, όπως τα χαγιάτια και οι κλειστοί εξώστες, είχαν επικρατήσει έως και τις αρχές του 20ού αιώνα.
Έτσι, λοιπόν, η μεγαλύτερη παρανόηση έγκειται στο γεγονός ότι η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, με τις ξύλινες κατασκευές στους ορόφους, συσχετίστηκε με τους Οθωμανούς, ενώ, στην πραγματικότητα, αποτελεί συνέχεια της βυζαντινής οικοδομικής παράδοσης, την οποία υιοθέτησαν και οι Τούρκοι κατακτητές, με προσαρμογές στις δικές τους ανάγκες.
Εξάλλου, και οι βυζαντινοί τεχνίτες υπήρξαν συνεχιστές αρχαιότερων οικοδομικών συστημάτων, όπως φάνηκε από τα ανασκαφικά ευρήματα της ελληνιστικής πόλης των Πετρών, κοντά στο Αμύνταιο. Και εκεί τα σπίτια ήταν κτισμένα με λιθόκτιστες τοιχοποιίες στο ισόγειο και ξυλοκατασκευές στους ορόφους, καλυμμένες με πολύχρωμα ζωγραφιστά επιχρίσματα.
2.Ποια δομικά στοιχεία στις θεμελιώσεις των υστεροβυζαντινών ναών αποκαλύπτουν την προσπάθεια προσαρμογής σε παλαιότερα ερείπια και μπάζα του αστικού υπεδάφους;
Τα παραδείγματα ανέγερσης ναών σε θέσεις παλαιότερων κτισμάτων είναι πάμπολλα και δεν περιορίζονται μόνο στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Για παράδειγμα, ο ναός της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη κτίστηκε στη θέση ξυλόστεγης βασιλικής, η οποία ήταν γνωστή στους ντόπιους ως «βασιλική του σταδίου», επειδή καταλάμβανε το δυτικό τμήμα του θεάτρου-σταδίου, το κυκλικό τμήμα του οποίου αποκαλύφθηκε σε επαφή με το ανάκτορο της πλατείας Ναυαρίνου.
Εκείνη η βασιλική ήταν η μεγαλύτερη σε χωρητικότητα από όλες τις υπόλοιπες της Βόρειας Ελλάδας, όπως ταίριαζε στον επικεφαλής επισκοπικό ναό της πολυπληθούς Θεσσαλονίκης, της δεύτερης σε μέγεθος πόλης του βυζαντινού κόσμου. Τα θεμέλιά της ήταν αρκετά φαρδιά, αλλά όχι τόσο όσο χρειαζόταν για την ανέγερση ενός θολοσκεπούς ναού, όπως ο σημερινός ναός της Αγίας Σοφίας.
Ως εκ τούτου, παρακάμφθηκαν τα αρχικά θεμέλια και κατασκευάστηκαν άλλα, πολύ φαρδύτερα, ικανά να φέρουν τα υπερκείμενα φορτία του τεράστιου κυβικού τρούλου, στο εμβαδόν του οποίου θα χωρούσε ολόκληρος ο κυρίως ναός της Παναγίας των Χαλκέων.
Φυσικά, υπάρχουν και περιπτώσεις ανέγερσης ναών σε αρχαιότερες υποδομές, οι οποίες ήταν ικανές να φέρουν τα προγραμματιζόμενα υπερκείμενα φορτία. Γενικώς, οι βυζαντινοί τεχνίτες ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με ζητήματα στατικής συμπεριφοράς.
3.Ποια είναι η συμβολή της επιγραφικής στην ταυτοποίηση των διαδοχικών οικοδομικών φάσεων και των επεμβάσεων συντήρησης σε ναούς που υπέστησαν καταστροφές ή σεισμούς;
Οι επιγραφές επί των μνημείων συνιστούν το πλέον ασφαλές στοιχείο για την ένταξη των μνημείων σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εξάλλου, η ιστορία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής βασίζεται, κατά κύριο λόγο, σε κτήρια με ασφαλή χρονολόγηση, η οποία προκύπτει από τις επιγραφές, στις οποίες αναφέρεται είτε το έτος κατασκευής είτε ο χορηγός του έργου, ο οποίος, ως επί το πλείστον, είναι γνωστό ιστορικό πρόσωπο.
Ωστόσο, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στις χρονικές εκτιμήσεις των διαδοχικών οικοδομικών φάσεων, δεδομένου ότι υπάρχουν και ετεροχρονισμένες επιγραφές, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο πύργος του Λαπαρδά, απέναντι από τη Μονή Βλατάδων, όπου η τελευταία οικοδομική φάση ανάγεται στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, με βάση την αρχιτεκτονική δομή, ενώ περιλαμβάνει επιγραφή με αναφορά σε πρόσωπο της μέσης βυζαντινής περιόδου, υπομνηματίζοντας ότι το χαμηλότερο τμήμα του πύργου ανήκε σε προγενέστερους χρόνους. Γεγονός που προσέδιδε κύρος στον χορηγό της τελευταίας φάσης. Τα παραδείγματα αυτού του είδους είναι μεν λίγα, αλλά υπαρκτά σε ολόκληρο τον βυζαντινό κόσμο.
4.Ποια τεχνικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά μαρτυρούν την ύπαρξη τοπικών εργαστηρίων μαρμαρογλυπτικής στη Θεσσαλονίκη σε σύγκριση με τα εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης;
Πρόκειται για ένα θέμα προς διερεύνηση, το οποίο δεν έχει μελετηθεί σε βάθος. Κατά το πλέον πιθανό, υπάρχουν κάποια εποχιακά καλλιτεχνικά ρεύματα γενικής ισχύος, με κατά τόπους διαφοροποιήσεις, οι οποίες απαιτούν ενδελεχή εξέταση, όπως και η μικροτεχνία.
Δυστυχώς, η έρευνα προς αυτή την κατεύθυνση είναι δύσκολη, εξαιτίας της έλλειψης επαρκούς αριθμού ασφαλώς χρονολογημένων μνημείων σε κάθε τόπο. Ίσως η βυζαντινή γραφή, την οποία μελετώ εδώ και τριάντα χρόνια, δώσει κάποια διέξοδο, το ελπίζω. Προς το παρόν, έχουν προκύψει κάποια προκαταρκτικά πορίσματα, αλλά δεν προσφέρονται για παρουσίαση στο ευρύ κοινό.
5.Ποια στοιχεία στα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιούνται ως κριτήρια για τη χρονολόγησή τους όταν λείπουν οι γραπτές πηγές;
Τα στοιχεία που βοηθούν στη χρονική ένταξη των βυζαντινών μνημείων, όταν δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες, ποικίλλουν ανάλογα με την περίπτωση. Κατά τα καθιερωμένα, το πρώτο που εξετάζεται είναι η τυπολογία, σε αντιπαραβολή με χρονολογημένα μνημεία της ίδιας κατηγορίας. Ακολούθως, γίνονται συγκρίσεις με παρόμοιες τοιχοποιίες και έπονται τα μορφολογικά στοιχεία, τα οποία θεωρούνται πλέον αξιόπιστα για στενότερες χρονικές εντάξεις.
Σημαίνουσα θέση κατέχει η μορφή των τόξων, καθώς και ο πλίνθινος διάκοσμος, με τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εξοικειωμένα τα οικοδομικά συνεργεία της Θεσσαλονίκης. Κορυφαία δείγματα αποτελούν η ανατολική πλευρά των Αγίων Αποστόλων και το αντίστοιχο τμήμα του Προφήτη Ηλία.
6.Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία όταν προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε την κατοικία και τον ιδιωτικό χώρο των Βυζαντινών στη Θεσσαλονίκη;
Τα προσφερόμενα στοιχεία για τη βυζαντινή κατοικία του βόρειου ελλαδικού χώρου είναι ελάχιστα, γεγονός που οφείλεται στη συνήθεια των Μακεδόνων να κατασκευάζουν διώροφες κατοικίες, με λιθοδομή στο ισόγειο και ξύλινη κατασκευή στους ορόφους. Πρόκειται για ένα οικονομικό οικοδομικό σύστημα, με μεγάλες αντοχές σε ισχυρές σεισμικές δονήσεις, το οποίο, ωστόσο, υστερούσε σε περιπτώσεις πυρκαγιάς.
Ένα επιπλέον μειονέκτημα ήταν ο περιορισμένος χρόνος ζωής του, ο οποίος δεν ξεπερνούσε τους δύο έως τρεις, το πολύ, αιώνες, εξαιτίας της ευπάθειας του ξύλου. Μια ιδέα για το πώς ήταν οργανωμένος ο πολεοδομικός ιστός της Θεσσαλονίκης στα βυζαντινά χρόνια προσφέρουν οι φωτογραφίες που είχαν τραβηχτεί πριν από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917.
Ωστόσο, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι κατοικίες δεν ήταν τόσο μεγάλες, όπως συμβαίνει με αρκετά διατηρητέα κτήρια της Πάνω Πόλης, αλλά πολύ μικρότερες. «Σπίτι όσο χωρείς, αμπέλι όσο μπορείς», έλεγε μια παλιά παροιμία. Το σχετικό ρητό επιβεβαιώνεται από το πλήθος των μικρών κατοικιών στην υστεροβυζαντινή πόλη του Μυστρά.
7.Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία όταν επιχειρείται η χρονολόγηση μιας βυζαντινής φάσης σε μνημεία της Θεσσαλονίκης που έχουν υποστεί πολλαπλές μετασκευές και επισκευές ανά τους αιώνες;
Όλα τα μνημεία της Θεσσαλονίκης γνώρισαν αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις στη διάρκεια της ζωής τους, άλλοτε μικρότερης και άλλοτε μεγαλύτερης κλίμακας, ανάλογα με τις ανάγκες της εκάστοτε εποχής. Οι επί του εδάφους επεκτάσεις είναι εύκολα αναγνωρίσιμες, καθώς διακρίνονται με ευκολία οι αρμοί συνένωσης κατά διαδοχή.
Εκείνο που παρουσιάζει δυσκολίες στην αλληλουχία των οικοδομικών φάσεων είναι οι καθ’ ύψος διασκευές, οι οποίες άλλοτε διακρίνονται με ευκολία, όπως συμβαίνει στη βόρεια πλευρά του ναού της Αγίας Σοφίας, και άλλοτε είναι δυσανάγνωστες, όπως στην περίπτωση του καθολικού της Μονής Βλατάδων και του Αγίου Νικολάου Ορφανού.
Για τις χρονολογήσεις των εκάστοτε βυζαντινών φάσεων ισχύουν τα όσα ειπώθηκαν στο πέμπτο ερώτημα, σε συνδυασμό με στοιχεία του εσωτερικού διακόσμου.

8.Ποια στοιχεία στην κατασκευή των στεγών και των τρούλων δείχνουν τις τεχνικές δυνατότητες των εργατών της βυζαντινής εποχής;
Αναφορικά με τις ξύλινες στέγες, είναι «φως-φανάρι» τα μεγάλα ανοίγματα των παλαιοχριστιανικών βασιλικών, με ακραίο παράδειγμα τον πεντάκλιτο ναό του Αγίου Δημητρίου, με το φαρδύ, άλλοτε εγκάρσιο κλίτος μπροστά από το ιερό.
Οι τρούλοι δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που αναδεικνύει τις τεχνικές δυνατότητες των μαστόρων της βυζαντινής εποχής. Η ποικιλία στις θολωτές κατασκευές καταδεικνύει την ευρύτητα των τεχνικών γνώσεων, οι οποίες εφαρμόζονταν ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, ο τρούλος στην Αγία Σοφία της Θεσσαλονίκης έχει κυβική μορφή, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο, το οποίο οφείλεται στην ανάγκη προσαρμογής κλιμάκων στις γωνίες.
Από εκεί ανέβαινε πλήθος ψαλτών στο δώμα του τρούλου, όπου γινόταν η πανηγυρική ανύψωση του σταυρού την ημέρα του εορτασμού του ναού της Αγίας Σοφίας. Πρόκειται για ένα είδος τρούλου, κατ’ ανάγκη κυβικού, το οποίο εφαρμόστηκε κατά μίμηση και σε άλλους ναούς, αλλά χωρίς τις σκάλες.
Κατά την προσωπική μου άποψη, τετράπλευρος θα ήταν και ο τρούλος του Πρωτάτου στο Άγιον Όρος, στη διασταύρωση των κλιτών, στεγασμένος με ξύλινη τετρακλινή στέγη. Ξύλινο θα ήταν και το ημισφαίριο, τοιχογραφημένο με την παράσταση του Παντοκράτορα και τους Αποστόλους στις τέσσερις λιθόκτιστες πλευρές του τρούλου.
Μία κορυφαία κατασκευή, με τρία τοξωτά παράθυρα σε κάθε πλευρά του τετράπλευρου τρούλου, θα προσέφερε άπλετο φως στον κεντρικό χώρο του ναού. Πρόκειται για άποψη που διατυπώνω εδώ για πρώτη φορά.
9.Ποια είναι η γνώμη σας για τη χρονολόγηση των πολυσυζητημένων ψηφιδωτών της Ροτόντας και του Οσίου Δαβίδ της Θεσσαλονίκης;
Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα από τα κορυφαία μνημεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου, γεγονός που συνέβαλε στην ύπαρξη πλούσιας βιβλιογραφίας με διάφορες απόψεις, τόσο ως προς τις οικοδομικές φάσεις όσο και ως προς τον εσωτερικό διάκοσμο. Κυρίαρχο θέμα αποτελούν τα ψηφιδωτά του τρούλου, για τα οποία έχουν προταθεί χρονολογήσεις από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου έως και τον 7ο μ.Χ. αιώνα· μια χρονική περίοδος τριών και πλέον αιώνων.
Εκείνο που θεωρείται βέβαιο είναι ότι κτίστηκε την εποχή του τετράρχη Γαλέριου, ο οποίος είχε επιλέξει τη Θεσσαλονίκη ως πρωτεύουσα της δικής του περιοχής, και ότι αποτελούσε ενιαίο σύνολο με την Καμάρα, η οποία αρχικά είχε μορφή τετράπυλου, προσαρμοσμένου σε μία τεράστιων διαστάσεων αίθουσα, στοιχεία της οποίας αποκαλύφθηκαν κάτω από την άσφαλτο της σημερινής Εγνατίας οδού.
Κατά την προσωπική μου άποψη, επρόκειτο για ένα ιερό συγκρότημα αφιερωμένο σε αρχαίους θεούς και στους θεοποιημένους τετράρχες. Ένα είδος Πανθέου, ανάλογου με εκείνο της Ρώμης, για τις λατρευτικές υποχρεώσεις των Θεσσαλονικέων. Τα πράγματα άλλαξαν την εποχή του Θεοδοσίου Α΄, του αυτοκράτορα που επέβαλε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία ολόκληρου του ελληνορωμαϊκού κόσμου.
Το άλλοτε Πάνθεο της Θεσσαλονίκης μετατράπηκε σε χριστιανικό τέμενος, με κυρίαρχη τη Ροτόντα, η οποία, κατά το πλέον πιθανό, λειτούργησε αρχικά ως βαπτιστήριο, με κυρίως ναό την αίθουσα που υπήρχε νοτίως της Καμάρας.
Οι αλλαγές εντός της Ροτόντας περιορίστηκαν, όπως θα ήταν αναμενόμενο, στην απομάκρυνση στοιχείων που παρέπεμπαν άμεσα στις αρχαίες θρησκείες. Κατά τα άλλα, παρέμεινε ως είχε, λόγω πίστωσης χρόνου.
Για την καθιέρωση του περίκεντρου κτηρίου, το εσωράχιο της ημικυλινδρικής καμάρας, που γεφύρωνε τη μοναδική έως τότε πρόσβαση από την πλευρά της Εγνατίας, καλύφθηκε με ψηφιδωτά, με κύριο θέμα έναν τεράστιο σταυρό λατινικού τύπου. Πρόκειται για το αρχαιότερο εντοίχιο ψηφιδωτό της Θεσσαλονίκης.
Οι μεγάλες αλλαγές στη Ροτόντα, συμπεριλαμβανομένου και του ουράνιου ψηφιδωτού διακόσμου, έγιναν πολύ αργότερα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄, δηλαδή στο μεταίχμιο μεταξύ 5ου και 6ου αιώνα.
Τότε, το άλλοτε αυτοτελές περίκεντρο κτήριο προσέλαβε χαρακτηριστικά πλήρους χριστιανικού ναού, με είσοδο και νάρθηκα προς τα δυτικά, περίδρομο, ως ένα είδος πλευρικού κλίτους, και ευρύ θολοσκεπές ιερό, η κατασκευή του οποίου διατάραξε την ισορροπία του τρούλου, με αποτέλεσμα την κατάπτωση του αντίστοιχου τμήματος μετά από πολλούς αιώνες.
Η ένταξη των ψηφιδωτών του τρούλου της Ροτόντας στα χρόνια του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ προκύπτει από τα παλαιογραφικά στοιχεία των επιγραφών, καθώς και από τη θεματογραφία του διακόσμου, όπου παριστάνονται τα Πατριαρχεία του τότε χριστιανικού κόσμου. Η σχετική άποψη ενισχύεται και από τις γραπτές πηγές, σύμφωνα με τις οποίες ο προικισμένος εκείνος αυτοκράτορας ενίσχυσε πλουσιοπάροχα το εκκλησιαστικό ταμείο της Θεσσαλονίκης.
Αναφορικά με το ψηφιδωτό του Οσίου Δαβίδ, όλα συγκλίνουν υπέρ της άποψης ότι το σύνολο του μνημείου αποτελεί έργο της συζύγου του Ιουστινιανού. Πρόκειται για θέμα που αναλύω εκτενώς σε υπό δημοσίευση άρθρο.
Η σχετική άποψη στηρίζεται στα παλαιογραφικά στοιχεία των επιγραφών που συνοδεύουν το ψηφιδωτό, καθώς και στην εκκλησιαστική παράδοση ότι πρόκειται για έργο κάποιας Θεοδώρας με αυτοκρατορική συγγένεια. Κατά το πλέον πιθανό, πρόκειται για έργο σύγχρονο με τα ψηφιδωτά του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας.
10.Ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η θεμελιώδης προτεραιότητα των σύγχρονων επιστημόνων και των αρμόδιων φορέων για την προστασία και την ανάδειξη των βυζαντινών μνημείων;
Ρωτάτε για τη δέουσα συμπεριφορά δύο διαφορετικών, από άποψη αρμοδιοτήτων, φορέων, η οποία, κανονικά, θα έπρεπε να συμπίπτει προς όφελος των μνημείων. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα εφικτό για ποικίλους λόγους. Θεμελιώδεις προτεραιότητες αποτελούν η στατική επάρκεια του κάθε μνημείου, η αυθεντικότητα της κατασκευής και η αρμονική ένταξή του στον περιβάλλοντα χώρο. Πρόκειται για ζητούμενα που προσκρούουν συχνά σε πολιτικά, εκκλησιαστικά και ιδιωτικά συμφέροντα.
Ακραία περίπτωση αποτελεί ο σταθμός του Μετρό στην οδό Βενιζέλου, όπου, παρά τις εκκλήσεις ειδικών επιστημόνων για τη διατήρηση της αυθεντικότητας και της ακεραιότητας των ευρημάτων, συνέβη το αντίθετο. Για τη συγκεκριμένη ατασθαλία, την πλήρη ευθύνη φέρει η παρούσα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία αντικατέστησε το προηγούμενο αρμόδιο όργανο, που είχε γνωμοδοτήσει υπέρ της διατήρησης της αυθεντικότητας, διορίζοντας, εντελώς προσχηματικά, πρόσωπα της επιρροής της.
Εκ του αποτελέσματος προκύπτει το εύπλαστο της συνείδησης κάποιων «σύγχρονων επιστημόνων», οι οποίοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως «δακτυλοδεικτούμενοι προς αποφυγή».
Σε άλλη περίπτωση, διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης προέβη στην καταστροφή τείχους μήκους είκοσι μέτρων, με τρεις εφαπτόμενες οικοδομικές φάσεις, επειδή η ανασκαφική του εύρεση ερχόταν σε αντίθεση με τις δικές της επιστημονικές απόψεις περί της πορείας και της συνολικής οργάνωσης του οχυρωματικού περιβόλου.
Κατακριτέα είναι και η τοπική Εκκλησία για τη συμπεριφορά της απέναντι στους βυζαντινούς ναούς της Θεσσαλονίκης, ενώ θα έπρεπε να τους προστατεύει ως κόρη οφθαλμού. Χαρακτηριστικά δείγματα αποτελούν ο μεσοβυζαντινός ναός της Αγίας Θεοδώρας, ο οποίος εγκλωβίστηκε σε νεόκτιστη πτέρυγα, οι αλόγιστες επεμβάσεις στη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου, καθώς και η εμμονή του εκκλησιαστικού κύκλου για την επίχρυση της δυτικής όψης της Αγίας Σοφίας προς εξωραϊσμό.
Η σχετική ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη πολύτιμων στοιχείων, τα οποία καταδείκνυαν τον τρόπο ανάβασης προς τα υπερώα.

Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να αποκαλύπτει πτυχές της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής της μέσα από τα μνημεία της. Από τη Ροτόντα και την Αγία Σοφία έως τους βυζαντινούς ναούς και τα μοναστήρια, κάθε οικοδομική φάση, επιγραφή και ψηφιδωτό αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορικής μνήμης της πόλης. Ο καθηγητής Γιώργος Βελένης μιλά για τη χρονολόγηση, την αρχιτεκτονική εξέλιξη και την προστασία των βυζαντινών μνημείων της Θεσσαλονίκης, αλλά και για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα.
Για το GRDiscovery
Δημοσιογράφος: Γιώργος Σακελλαρίδης