ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΣΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ή αλλιώς το Βυζάντιο, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, ανάμεσα στη χριστιανική και την ισλαμική θρησκεία. Για έντεκα περίπου αιώνες το Βυζάντιο γνώρισε αξιόλογη πνευματική άνθηση, ασκώντας επιρροή τόσο στα ισλαμικά όσο και στα χριστιανικά κράτη, ενώ παράλληλα δέχθηκε πολλές επιδράσεις.

Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453 αυτές οι επιρροές ήταν φανερές στην οργάνωση του νεοσύστατου οθωμανικού κράτους. Οι Οθωμανοί είχαν υιοθετήσει το βυζαντινό μοντέλο διακυβέρνησης, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε την ίδια γεωγραφική βάση με τη Βυζαντινή. Ωστόσο, οι Οθωμανοί στο κομμάτι του πολιτισμού, της γλώσσας, των τεχνών και των εθίμων επηρεάστηκαν από τις υπόλοιπες ισλαμικές κοινωνίες.

Το τιμαριωτικό φορολογικό σύστημα

Κατά τη βυζαντινή εποχή οι φόροι που πλήρωναν οι πολίτες ήταν πολλοί και δυσβάσταχτοι, με αποτέλεσμα να πλήττονται οι μικρομεσαίοι και όσοι ανήκαν στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Οι Οθωμανοί, μη έχοντας ένα σταθερό γραφειοκρατικό σύστημα, υιοθέτησαν το μοντέλο της βυζαντινής διακυβέρνησης. Γνωρίζοντας ότι το βυζαντινό σύστημα φορολόγησης ήταν πετυχημένο, αυτομάτως ήταν ένας ασφαλής τρόπος να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στις ήδη κατεκτημένες περιοχές.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η γη άνηκε στο κράτος και συνεπώς στον Σουλτάνο. Αυτός είχε το δικαίωμα να μοιράσει τα τιμάρια, δηλαδή τα κτήματα γης, σε όποιον ήθελε. Τα διέθετε σε υπηκόους με την προϋπόθεση να πληρώνουν κρατικούς φόρους ή να του παρέχουν άλλες υπηρεσίες. Συνήθως τα κτήματα γης τα διέθετε σε στρατιωτικούς αξιωματούχους ή και σε απλούς πολεμιστές. Ωστόσο οι αγρότες ήταν αυτοί που καλλιεργούσαν τα κτήματα. Με λίγα λόγια, φορολογούνταν μόνο οι παραγωγοί και φυσικά, οι φόροι διέφεραν ανάλογα με το επάγγελμα και το θρήσκευμα. Με το πέρασμα των χρόνων οι θεσμοί άλλαξαν και η σημασία του τιμαριωτικού συστήματος άρχισε να χάνει την αξία του.

Επιρροή άσκησαν και οι βυζαντινές στρατιωτικές δυνάμεις, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος εντάχθηκε στο στρατιωτικό οθωμανικό σύστημα. Επιπλέον κάποιοι χριστιανοί παρέμειναν στα ανώτερα αξιώματα που κατείχαν, ενώ δεν μπορούν να παραληφθούν οι γάμοι που συνάπτονταν. Πολλοί βυζαντινοί αυτοκράτορες «θυσίασαν» τις κόρες τους και τις πάντρεψαν με Σουλτάνους τουρκικών φυλών, προκειμένου να εξασφαλίσουν συμμαχίες.

Επιδράσεις στην τέχνη

Από τον 4ο αιώνα ως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης η βυζαντινή τέχνη παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό τον μεσογειακό κόσμο και την Ανατολική Ευρώπη. Η βυζαντινή τεχνοτροπία περιλαμβάνει κυρίως στοιχεία θρησκευτικότητας, σκοπός της οποίας ήταν η διάδοση της νέας θρησκείας, δηλαδή του Χριστιανισμού, καθώς και της νέας κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας. Οι μορφές τέχνης που ξεχώρισαν ήταν η αρχιτεκτονική, η αγιογραφία και το ψηφιδωτό, το οποίο χρησιμοποίησαν στη διακόσμηση εσωτερικών τοίχων. Όσον αφορά τη μουσική εμπεριέχει θρησκευτικά στοιχεία, καθώς όσα κείμενα διασώθηκαν ήταν κυρίως εκκλησιαστικά.

Η οθωμανική τέχνη, αν και υπάρχουν χαρακτηριστικά της βυζαντινής παράδοσης, σε μεγάλο βαθμό είναι επηρεασμένη από τον περσικό πολιτισμό. Οι τέχνες που αναπτύχθηκαν ήταν διακοσμητικές και κυρίως αφορούσαν τη διακόσμηση χειρόγραφων και βιβλίων. Κάποιες από αυτές είναι η μινιατούρα (minyatür), η ζωγραφική σε χαρτί μαρμάρινο (ebru), η διακόσμηση με χρυσό, που ονομάζεται και «οθωμανικός φωτισμός» (tezhip) και η καλλιγραφία (hat sanatı). Επιπλέον, άνθηση γνώρισε η τέχνη του χαλιού και η κατασκευή κοσμημάτων.

Η ζωγραφική μινιατούρας αναφέρεται στην τέχνη της μικρογραφίας, αποτελώντας μια παλιά τέχνη των ανατολικών χωρών. Τις πιο παλιές μινιατούρες τις συναντάμε στην Αίγυπτο, τον 2ο αιώνα π.Χ., πάνω σε πάπυρους. Αργότερα χρησιμοποιήθηκε σε ρωμαϊκά, βυζαντινά και συριακά χειρόγραφα, ενώ στη Δύση έφτασε τον 8ο αιώνα. Παρόλο που οι μινιατούρες της Ανατολής και της Δύσης είναι σχεδόν ίδιες όσον αφορά τη ζωγραφική τέχνη, υπάρχουν διαφορές στα χρώματα, τα σχήματα και τη θεματολογία. Μάλιστα, όταν εξαπλώθηκε ο Χριστιανισμός, τα χειρόγραφα της Βίβλου άρχισαν να διακοσμούνται με την τέχνη της μινιατούρας.

Η τέχνη ebru λέγεται ότι ξεκίνησε στην Ινδία, ενώ κάποιοι υποστηρίζουν στο Ιράν και στη συνέχεια μεταδόθηκε στους Οθωμανούς. Είναι μια μέθοδος υδατικού σχεδιασμού επιφανείας και το σχέδιο προέρχεται από το χρώμα που επιπλέει στο νερό. Έπειτα, μεταφέρεται σε μια επιφάνεια όπως το χαρτί για να απορροφηθεί. Η καλλιγραφία και το tezhip είναι καθαρά τέχνες για διακόσμηση βιβλίων και χειρόγραφων. Συγκεκριμένα το tezhip δεν γίνεται μόνο με χρυσό αλλά και με μπογιά. Βέβαια, όταν εμφανίστηκαν οι εικόνες στα βιβλία, η τέχνη αυτή περιορίστηκε μόνο στους τίτλους των βιβλίων. Επιπλέον, με χρυσό είχαν διακοσμηθεί και αρκετά ιερά χριστιανικά κείμενα.

Στον χώρο της μουσικής, λόγω της πολυπολιτισμικότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η μουσική ήταν ένας συνδυασμός της βυζαντινής, της αρμενικής, της αραβικής και της περσικής μουσικής. Ο συνδυασμός αυτών των ειδών μουσικής δημιούργησε την οθωμανική κλασική μουσική, η οποία είχε τις δικές της ρυθμικές και μελωδικές μονάδες. Η οθωμανική κλασική μουσική συμπεριλαμβανόταν στην εκπαίδευση της ελίτ, ενώ μεταξύ του απλού λαού κυριαρχούσε η λαϊκή μουσική. Να σημειωθεί ότι και τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούσαν αποτελούσαν μια μείξη οργάνων της Μικράς Ασίας, της Κεντρικής και Μέσης Ανατολής, καθώς και της Δύσης. Κάποια από αυτά τα όργανα είναι ο μπαγλαμάς, το ούτι, το κανονάκι, η ποντιακή  λύρα, κεμεντζές, ο ταμπουράς, ενώ δυτικά ήταν το βιολί και το πιάνο, τα οποία συμπεριλήφθηκαν στην οθωμανική παράδοση πολλούς αιώνες αργότερα.

Γεωργία Γαϊδατζή, Δημοσιογράφος

Share this!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *