Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ «ΒΑΡΒΑΡΟΣ» ΚΑΙ Η ΝΥΜΦΗ ΑΒΑΡΒΑΡΕΗ

Ο όρος «ΒΑΡΒΑΡΟΣ» παρουσιάστηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. όταν κατά τη διάρκεια του ελληνικού αποικισμού, οι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με ένα πλήθος διαφορετικών λαών.

Τότε συνειδητοποίησαν το κοινό στοιχείο που διέθεταν έναντι των λαών αυτών. Την ελληνικότητά τους, όπως αυτή εκφραζόταν στην ποίηση και στη θρησκεία, στα ήθη και τις αντιλήψεις τους. Η επαφή με τους ξένους λαούς οδήγησε τους Έλληνες στην εκδήλωση του ελληνικού εθνικού αισθήματος.

Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζεται στους ποιητές του 7ου αιώνα με την λέξη Πανέλληνες, καταργώντας έτσι την μέχρι τότε διάσπασή τους σε φύλα. Κατόπιν, ο όρος παρέμεινε Έλληνες. Οι λαοί που δε μιλούσαν ελληνικά, αλλά ψέλλιζαν ακατανόητα ονομάστηκαν από τους Έλληνες βάρβαροι, χαρακτηρίζοντας έτσι μια γλωσσική και όχι φυλετική διαφορά.

Κάπως έτσι ξεκινά η διαδρομή μιας λέξης που στην ιστορία του κόσμου χρησιμοποιήθηκε με πολλούς και διάφορους τρόπους και λόγους. Έχουν γραφτεί πολλά για την βαρβαρότητα και τους βαρβάρους. Μία ανάλυση που επιμελήθηκε ο Λ. Πόλκας με τίτλο: H σημασία της λέξης βάρβαρος, είναι αυτή που θα διαβάσουμε παρακάτω:

Πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του μύθου και της αλήθειας πίσω από τη λέξη «ΒΑΡΒΑΡΟΣ».

O I.Θ. Kακριδής δίνει μια πολύ γενική ερμηνεία της λέξης βάρβαρος, η οποία θα μπορούσε να ισχύει για την αρχαϊκή γραμματεία. Εν μέρει για την κλασική πάντως όχι για το σύνολο της αρχαιοελληνικής εποχής και ούτε για το σύνολο της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Tο ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είναι ότι η σχετική λέξη δεν είναι ελληνική, αλλά βαρβαρική.

Στους αρχαίους Έλληνες «ΒΑΡΒΑΡΟΣ» αρχικά σημαίνει κάθε λαό αλλόγλωσσο, χωρίς καμιά μειωτική απόχρωση. Κάθε άνθρωπος, που έχει για μητρική του γλώσσα τα ελληνικά, είναι βάρβαρος, άσχετα με την πνευματική και ψυχική καλλιέργεια. Ώστε βάρβαρος δεν θα πει παρά αλλόγλωσσος.

Όμως από πού παράγεται η λέξη; Από την επανάληψη της συλλαβής βαρ-. Όταν ακούει κανείς μια γλώσσα που δεν τη ξέρει, τη νιώθει σαν μια σειρά από συλλαβές δίχως νόημα. Σαν ένα λόγο αδιάρθρωτο, χωρίς κλίση, χωρίς σύνταξη, χωρίς κανόνες.

Ο πρώτος που έπλασε τη λέξη «ΒΑΡΒΑΡΟΣ» θα άκουσε κάποιους ξένους να μιλούν. Επίσης με την επανάληψη της συλλαβής βαρ- θέλησε να αποδώσει την παράξενη ακουστική εντύπωση, που του έκανε ο ακατανόητος αυτός λόγος.

Το παράξενο είναι πως η λέξη δεν είναι καν ελληνική, αλλά βαρβαρική. Στα παλιά ινδικά «barbara» σημαίνει τραυλός. Oι Ινδοί και οι Έλληνες όμως έχουν δανειστεί τη λέξη από τους Σημίτες: barbar και barbaru στα σουμερικά και στα βαβυλωνιακά έχει τη σημασία του ξένος, αλλοεθνής.

[I.Θ. Kακριδής, “Oι αρχαίοι Έλληνες και οι ξένες γλώσσες”, στο Mελέτες και Άρθρα. Θεσσαλονίκη 1971, σ.13]

O Dihle, παρακολουθώντας την εξέλιξη της σημασίας της λέξης«ΒΑΡΒΑΡΟΣ» μέσα στην πορεία της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματείας, εντοπίζει την αλλαγή στη σημασία της. Mε το σημερινό, υποτιμητικό της πλέον, νόημα:

Tα συγκλονιστικά συμβάντα του Πελοποννησιακού πολέμου και των αμέσως επόμενων δεκαετιών μετέβαλαν την αυτοσυνείδηση των Eλλήνων. Oι κύριες αιτίες γένεσης συναισθημάτων μνησικακίας απέναντι στους Πέρσες, τα οποία οι Έλληνες ήσαν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να επεκτείνουν σε ολόκληρο τον κόσμο των βαρβάρων, ακόμη και στα συγγενικά τους φύλα της Mακεδονίας, ήταν η πρόσφατη προσάρτηση των ελληνικών πόλεων της Mικράς Aσίας στο περσικό κράτος το 378 π.X. και το διαρκώς αυξανόμενο βάρος της περσικής διπλωματίας.

Aνάλογη με αυτά τα συναισθήματα ήταν και η πρωτόγνωρη υπεροψία τους. Eνώ οι γνώσεις και οι τέχνες των Eλλήνων άρχιζαν να αλλάζουν παντού τον κόσμο, ο ελληνικός πολιτισμός (από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.X.) εξασθενούσε όλο και περισσότερο.

H πολιτική πραγματικότητα χλεύαζε διαρκώς την ασφαλώς δικαιολογημένη περηφάνια των Eλλήνων για τα πολυάριθμα, αναγνωρισμένα από όλους, επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού που αποτελούσαν αντικείμενο μίμησης. Σε αυτό το φαινόμενο αντέδρασε μια πολιτική ρητορική, καλώντας τους Έλληνες να ομονοήσουν και να πολεμήσουν από κοινού τον Πέρση εχθρό, για να απελευθερώσουν τους αδελφούς στη Mίλητο και την Έφεσσο.

ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΞΗ «ΒΑΡΒΑΡΟΣ»

Tη γνωρίζουμε από τα κείμενα των ιστορικών και των ρητόρων του 4ου αι. π.X. Aυτό το έδαφος έθρεψε το συναίσθημα ότι οι Έλληνες ήταν εκ φύσεως ανώτεροι από τους βαρβάρους. Kανένας δεν επιχειρηματολόγησε υπέρ αυτής της αντίληψης τόσο επίμονα όσο ο Iσοκράτης (Πανηγυρικός), ο πιο επιφανής ρήτορας του 4ου αι. π.X. Aλλά εκείνοι που πάνω απ’ όλα εκφράζουν εντελώς απροκάλυπτα την αντίληψη για την ανωτερότητα των Eλλήνων έναντι των μη Eλλήνων είναι οι φιλόσοφοι και κυρίως ο Aριστοτέλης και ο Πλάτων.

Όταν ο Φίλιππος της Mακεδονίας υπέταξε την Eλλάδα και άρχισε να εξοπλίζεται για να πολεμήσει τους Πέρσες , εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της ελληνικής ηθικής και πολέμιος του κόσμου των βαρβάρων. Eκείνη την εποχή εθεωρείτο αυτονόητο ότι ο μη “Έλλην” εχθρός έπρεπε αναγκαστικά να είναι «ΒΑΡΒΑΡΟΣ».

O οποίος όχι μόνο μιλούσε μία ακατανόητη γλώσσα, αλλά επιπλέον ήταν απολίτιστος και δίχως παιδεία. H λέξη βάρβαρος πήρε τη σημασία που διατηρεί τις ημέρες μας κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες του 4ου αι. π.X.

[A. Dihle, Oι Έλληνες και οι ξένοι, μτφρ. T. Σιέτη, εκδ. Οδυσσέας: Aθήνα 1997, σ.56, 58, 61]

Στο βιβλίο “Αρχαία Ελληνική Κοινωνία”,του Antony Andrewes εκδ . ΜΙΕΤ, σελ. 363 γράφει ο συγγραφέας: “Οι “Ελληνες χαρακτήριζαν τον πέρα από τα σύνορα τους κόσμο “βάρβαρο”, λέξη που καταρχήν δήλωνε μόνο το ακατανόητο της ομιλίας του. Κατά τον 5ο όμως αιώνα η λέξη προσέλαβε την αρνητική σημασία που έχει και σήμερα, δηλαδή, εκτός από “αλλοδαπός”, σήμαινε επίσης “καθυστερημένος” και “κτηνώδης”.

Αν ρωτούσαν έναν Έλληνα τι ξεχωρίζει το δικό του έθνος από τα υπόλοιπα, πιθανή απάντηση θα ήταν ότι οι Έλληνες είναι ελεύθεροι, ενώ οι βάρβαροι είναι δούλοι. Η απάντηση δεν είναι κακή, αν και αυτή η αίσθηση υπεροχής ήταν πιθανό να εξογκωθεί σε σοβινισμό. Nα χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την υποδούλωση φυλών που τις θεωρούσαν κατώτερες.

Oι Έλληνες του 4ου αιώνα είχαν σαφέστερα τη συνείδηση ότι ανήκουν σ’ έναν πολιτισμό με ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Ισοκράτης, επαινώντας σε λόγο του τα διανοητικά επιτεύγματα της Αθήνας, να διακηρύσσει ότι ο ορός “Έλληνες” δεν αναφέρεται πια στη φυλή, αλλά στην οποιαδήποτε εξοικείωση με την αθηναϊκή παιδεία”.

Ο ΠΑΠΑΔΗΜΑΣ ΚΑΙ Η ΛΕΞΗ «ΒΑΡΒΑΡΟΣ»

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Μέσα Επικοινωνίας στην Αρχαία Ελλάδα”, Παπαδήμας, σελ. 228 λέει: “Ενδεικτικές γι’ αυτό είναι οι χρήσεις της λέξης βάρβαρος. Ο όρος αυτός πριν τον Ηρόδοτο, αλλά και στις περισσότερες περιπτώσεις που παρουσιάζεται στο έργο του, δεν έχει υποτιμητική σημασία: πάρα πολύ συχνά δεν είναι παρά μια απλή εθνογραφική ή γεωγραφική ένδειξη.

Ετυμολογικά δηλώνει αυτόν που λέει, με άλλα λόγια αυτόν που οι Έλληνες δεν τον καταλαβαίνουν. Ωστόσο μετά τους Μηδικούς πολέμους η λέξη αρχίζει να αποκτά μειωτική απόχρωση: η διαφορά ως προς τη γλώσσα (λόγος) μετατρέπεται σε μια διαφορά ως προς τη λογική ικανότητα (η άλλη σημασία της λέξης λόγος).

Έτσι ο βάρβαρος γίνεται διανοητικά κατώτερος από τους Έλληνες. Επιπλέον ζει σε ένα αυταρχικό καθεστώς. Απ’ αυτό μέχρι να σκεφτεί κανείς πως ο βάρβαρος έχει μια φυσική ροπή προς την υποταγή, δεν είναι μεγάλη η απόσταση.

Αν ο βάρβαρος διαφέρει από τον Έλληνα, αυτό δεν αποκλείει σε ορισμένους συγγραφείς – κυρίως στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα – την ιδέα μιας ενότητας της ανθρωπότητας. Αυτό είναι πολύ ξεκάθαρο στον Ηρόδοτο. Κατά τον Αντιφώντα επίσης είμαστε όλοι όμοιοι από τη φύση, και οι Έλληνες και οι βάρβαροι πράγματι, όλοι αναπνέουμε με το στόμα και με τα αυτιά.

“Και τώρα τι θα γενούμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.”
Κ.Π. Καβάφης

Αναζητώντας την λέξη Βάρβαρος λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να προσπεράσουμε τον Όμηρο. Στα έπη του η λέξη απαντάται δύο φορές. Πρόκειται για μία πρώιμη χρήση του όρου και προσδιορίζει, και σε αυτήν την περίπτωση, τη διαφορετική γλώσσα των Καρών.

Αν και ο Όμηρος, δε χρησιμοποιούσε κάποιον προσδιοριστικό όρο για τους μη Έλληνες και δε στόχευε στην ανάδειξη πολιτισμικών διαφορών, στο σημείο αυτό δείχνει να θίγει πιθανώς την πρώτη συνειδητοποίηση εκ μέρους των Ελλήνων του γλωσσικού προβλήματος ειδικά στην περίπτωση ανθρώπων, τους οποίους από πολιτισμική άποψη, καθώς και από άποψη τρόπου ζωής θεωρούν ιδιαίτερα συγγενείς με αυτούς. (Dihle, 1998: 20)

ΟΜΗΡΟΣ. ΙΛΙΑΣ. Β.867 Νάστης αὖ Καρῶν ἡγήσατο βαρβαρόφωνων,οἳ Μίλητον ἔχον Φθιρῶν τ’ ὄρος ἀκριτόφυλλον Μαιάνδρου τε ῥοὰς Μυκάλης τ’ αἰπεινὰ κάρηνα. ΟΜΗΡΟΣ. ΙΛΙΑΣ. Ζ.22 Δρῆσον δ’ Εὐρύαλος καὶ Ὀφέλτιον ἐξενάριξε βῆ δὲ μετ’ Αἴσηπον καὶ Πήδασον, οὕς ποτε νύμφη νηῒς Ἀβαρβαρέη τέκ’ ἀμύμονι Βουκολίωνι.

Μια πολύ ωραία έρευνα και προσέγγιση στο όρο Βάρβαρος έχει δώσει η φιλόλογος Ελένη Ζήτη:

Εσήμαινε δηλαδή αυτόν που η γλώσσα του δεν ήταν μελωδική και ρέουσα, αλλά τραχεία και κακόηχη. Επειδή τέτοιου είδους προφορά είχαν κυρίως οι ξένοι λαοί, επικράτησε πολύ αργότερα να σημαίνει αυτόν ο οποίος δεν ομιλεί σωστά τα ελληνικά και δεν φέρει στον λόγο του την μελωδία της ελληνικής γλώσσης. Αυτή η σημασία δημιουργείται μετά τους Περσικούς πολέμους όταν οι Πέρσες χαρακτηρίζονται ως βάρβαροι.

Έτσι, η λέξη αποκτά και την περιφρονητική σημασία και του ανελεύθερου, του δούλου, του αγροίκου, του απολίτιστου, αυτού που δεν έχει καμία πολιτική παιδεία, που υποτάσσεται στον ηγεμόνα- κάτι το οποίο ήταν εντελώς αντίθετο προς την ελευθερία των Ελλήνων.

Αργότερα τη λέξη «ΒΑΡΒΑΡΟΣ» υιοθέτησαν και οι Ρωμαίοι και με αυτόν τον όρο εννοούσαν κάθε ξένο o οποίος ήταν αμέτοχος του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και βίου. Από το ελληνικό βάρβαρος περνάμε στο λατινικό barbarus.

Barbaricum πάλι στα λατινικά, είναι η πολεμική κραυγή και επειδή αυτή είχε σχέση με δυνατούς και γενναίους άντρες οι οποίοι δεν δίσταζαν να ριψοκινδυνέψουν, τελικά σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες η λέξη βάρβαρος απέκτησε την έννοια του γενναίου Βάρβαρος Λατ. Barbarus Γαλλ. Brave = γενναίος Αγγλ. Brave Iταλ. Bravo Ισπαν. Bravo Γερμ. Brav. Στα γαλλικά και στα αγγλικά brave είναι ο γενναίος όπως bravo στα ιταλικά και ισπανικά και brav στα γερμανικά.

Επομένως, και οι λαοί τους οποίους και οι ίδιοι οι Λατίνοι αποκαλούσαν βαρβάρους, όπως ήταν οι Γάλλοι Γαλάτες, οι Άγγλοι, οι Γερμανοί, χρησιμοποίησαν αυτήν την λέξη για να εκφράσουν κάτι θετικό: τη γενναιότητα. Από εδώ προέρχεται και το αντιδάνειο στα ελληνικά μπράβος, δηλαδή ο σωματοφύλακας, ο οποίος θα πρέπει να είναι δυνατός, γενναίος και ριψοκίνδυνος.

Ακόμη και το αντιδάνειο μπράβο προέρχεται από αντιδάνειο εκ των ιταλικών. Μπράβος όπως αναφέραμε προηγουμένως είναι ο γενναίος στα ιταλικά. Αποκαλώντας επομένως οι Ιταλοί κάποιον μπράβο, εννοούν ότι είναι γενναίος και στην κυριολεξία σημαίνει γενναίε. Από εδώ και το ελληνικό μπράβο που σημαίνει εύγε, ωραία, έξοχα.

Αναζητώντας τη λέξη «ΒΑΡΒΑΡΟΣ» βρισκόμαστε σε μια αναφορά για την νύμφη Αβαρβαρέα ή Αβαρβαρέη. Γράφει ο Όμηρος στην Ραψωδία Ζ στ.20-28: Δρῆσον Εὐρύαλος καὶ Ὀφέλτιον ἐξενάριξε βῆ δὲ μετ Αἴσηπον καὶ Πήδασον, οὕς ποτε νύμφη νηῒς Ἀβαρβαρέη τέκ ἀμύμονι Βουκολίωνι. Βουκολίων ἦν υἱὸς ἀγαυοῦ Λαομέδοντος πρεσβύτατος γενεῇ, σκότιον δέ ἑ γείνατο μήτηρ ποιμαίνων ὄεσσι μίγη φιλότητι καὶ εὐνῇ, ἡ ὑποκυσαμένη διδυμάονε γείνατο παῖδε. καὶ μὲν τῶν ὑπέλυσε μένος καὶ φαίδιμα γυῖα Μηκιστηϊάδης καὶ ἀπ ὤμων τεύχε ἐσύλα.
Μετάφαση:

Αφού τον Δρήσον γύμνωσε και αντάμα τον Οφέλτιν ο Ευρύαλος, στον Αίσηπον και Πήδασον εχύθη,που χε γεννήσ η Ναϊάς, η νύμφη Αβαρβαρέη,του αψόγου Βουκολίωνος, που τέκνον ήταν πρώτο του θείου Λαομέδοντος από κρυφήν μητέρα ως έβοσκε τα πρόβατα κοιμήθη με την νύμφη και δύο τέκνα δίδυμα του γέννησεν εκείνη αυτών των δύο νέκρωσε τ ανδρειωμένα μέλη ο Μηκιστηάδης κι έπειτα και τ άρματα τους πήρε.
Πώς όμως προκύπτει το γυναικείο όνομα Βαρβάρα; Και ποια ήταν η νύμφη Αβαρβαρέα ή Αβαρβαρέη; Ήταν το πανάρχαιο όνομα Ναϊάδος- Νύμφης. Από το όνομα Αβαρβαρέη προέρχεται το όνομα Βαρβάρα. Όπως αφηγείται ο Όμηρος η Αβαρβαρέα γνωρίσθηκε με ένα νέο πολύ καλής οικογενείας αμύμονα, τον Βουκολίωνα, γιο της νύμφης Καλύβης και του Λαομέδοντα, γιο του Ίλου, ιδρυτή της Τροίας.

Χαρακτηριστικοί είναι οι ειδυλλιακοί έρωτες τόσο του Λαομέδοντα με την Καλύβη όσο και του Βουκολίωνα με την Αβαρβαρέη που ο καρπός του θεωρείται εκ κλεψιγαμίας. Οι τελευταίοι συνεζεύχθηκαν σε ένα υπαίθριο ηλιόλουστο βοσκότοπο έξ ου και η Ναϊάδα καλείται Χρυσή.

Από την ένωσή τους απέκτησαν δύο δίδυμους γιους, τον Αίσηπο και τον Πήδασο, μετέπειτα ήρωες του Τρωικού Πολέμου, τους οποίους σκύλευσε ο Ευρύπυλος, Βασιλιάς του Ορμενίου της Θεσσαλίας, και ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης.

Ο μύθος της Αβαρβαρέης ενισχύει την άποψη για τη φυλετική συγγένεια Ελλήνων και Τρώων, αφού οι τελευταίοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και δεν ήταν βάρβαροι, αλλά πολιτισμένοι όπως οι Αχαιοί.

Το όνομα λοιπόν της Ναϊάδας Αβαρβαρέας, προέρχεται από το στερητικό α και τη λέξη «ΒΑΡΒΑΡΟΣ». Είναι αυτή δηλαδή που δεν είναι βάρβαρη, επομένως είναι Ελληνίδα, ομιλεί τέλεια την ελληνική γλώσσα.

Για το τέλος αφήνω ίσως και το πιο “διάσημο” απόφθεγμα και το πιο πολυσυζητημένο. Το “Πας μη Έλλην, βάρβαρος”. Για το πιθανό νόημα της φράσης βλ. ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου, όπου και αναφέρεται (στη σχετική συζήτηση, πιο κάτω) η, κατά πάσα πιθανότητα, πρώτη σωζόμενη αναφορά του όρου στην αρχαία γραμματεία.

Συγκεκριμένα, το αρχαιότερο κείμενο όπου βρέθηκε αυτή η φράση φαίνεται να είναι τα Σχόλια στην Αινειάδα (του Βιργιλίου), γραμμένα από το Λατίνο γραμματικό Maurus Servius Honoratus, τον 4ο αι. μ.Χ.! Μια από τις πρώτες αναφορές της φράσης στη νεοελληνική βιβλιογραφία είναι από τον Κωνσταντίνο Ασώπιο, στο Περί ελληνικής συντάξεως.

Σκάναρε και προχώρησε την έρευνα:


Βασιλική Γιώβη, Ερευνήτρια

Share this!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *