Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ

Τα πολυάριθμα κύματα πληθυσμών ξεκίνησαν να καταφθάνουν στην Ελλάδα ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Ως κύριες αιτίες σημειώθηκαν τόσο οι συχνές πολεμικές συγκρούσεις όσο και το κλίμα του γενικότερου ανταγωνισμού στη Βαλκανική χερσόνησο. Αποκορύφωμα σε όλη αυτή τη κίνηση των πληθυσμών αποτέλεσε η υποχρεωτική μετακίνηση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης το 1922.

Ελληνοτουρκική Σύμβαση

Με τη λήξη του μικρασιατικού πολέμου και την ήττα του ελληνικού στρατού ο ελληνισμός της Ανατολής βρέθηκε απροστάτευτος απέναντι στον τουρκικό εθνικισμό. Το εθνικό κίνημα των Τούρκων, υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ, ξεκίνησε να σκοτώνει αμάχους, αποσκοπώντας στην εξόντωση του χριστιανικού στοιχείου. Πολλοί έφυγαν με τον ελληνικό στρατό, ενώ άλλοι κατέφυγαν στα βουνά της Ανατολίας για να προσφύγουν αργότερα στην Ελλάδα.

Οι ειρηνευτικές συζητήσεις μεταξύ των δύο χωρών ξεκίνησαν στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 21 Νοεμβρίου 1922. Από τα πρώτα θέματα που τέθηκαν υπό συζήτηση και έπρεπε να βρεθεί άμεση λύση ήταν το πρόβλημα των Ελλήνων προσφύγων. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, υπογράφτηκε η Σύμβαση της Λωζάνης ή όπως είναι γνωστή η Σύμβαση για την Ανταλλαγή των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών. Υπογράφτηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923 και τέθηκε σε ισχύ στις 1 Μαΐου 1923. Πιο συγκεκριμένα προβλεπόταν η ανταλλαγή μεταξύ των Ορθόδοξων Ελλήνων κατοίκων της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων κατοίκων της Ελλάδας.

Άλλωστε η υπογραφή της συμφωνίας ήταν μονόδρομος, αφού ο Κεμάλ δεν θα δεχόταν πίσω τους Έλληνες πρόσφυγες που είχαν ήδη φύγει. Μέσω της Σύμβασης θα εξασφαλιζόταν η ομοιογένεια του νεοϊδρυθέντος τουρκικού κράτους. Το ζήτημα της ομοιογένειας, αντίστοιχα για την Ελλάδα δεν άφηνε αδιάφορο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Τα άτομα που μετακινήθηκαν λόγω της συμφωνίας ήταν περίπου 1,5 εκατομμύριο Έλληνες της Ανατολίας και 400.000 Μουσουλμάνοι της Ελλάδας. Ωστόσο, οι Έλληνες που μετακινήθηκαν δεν ήταν μόνο τόσοι, καθώς πολλοί είχαν φτάσει στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια. Στην πραγματικότητα όμως, η Σύμβαση ήταν ένας τρόπος να  επισημοποιηθούν όλες αυτές οι μετακινήσεις των πληθυσμών.

Χαρακτηριστικά της Σύμβασης

Κατά το Διεθνές Δίκαιο ανταλλαγή πληθυσμών νοείται η δια «συμβάσεως» υποχρεωτική ή ελεύθερη μετανάστευση υπηκόων, που ανήκουν σε φυλετικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες από το ένα κράτος σε άλλο. Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών διέφερε κατά πολύ, καθώς για πρώτη φορά σημειώθηκε μια τέτοια μαζική μετακίνηση και μάλιστα υποχρεωτικού χαρακτήρα. Βασικό κριτήριο των όσων μετακινήθηκαν ήταν η θρησκεία και όχι η εθνική ταυτότητα.

Από τα πρώτα άρθρα της Σύμβασης γίνεται σαφές ότι δεν θα μετακινηθούν όλοι οι κάτοικοι. Από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν οι Έλληνες Ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου αλλά και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Από αυτούς όχι όλοι, εξαιρέθηκαν όσοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη πριν τις 30 Οκτωβρίου 1918 και όσοι Μουσουλμάνοι εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Θράκη κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Επιπλέον, οι ανταλλάξιμοι με τη νέα εγκατάσταση τους θα αποκτούσαν νέα ιθαγένεια και μπορούσαν να  μεταφέρουν τη κινητή τους περιουσία. Για την περιουσία που είχαν αφήσει πίσω είχαν το δικαίωμα να πάρουν αποζημίωση ίσης αξίας από το κράτος στο οποίο μετακινήθηκαν.

Η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής και οι λοιποί οργανισμοί που βοήθησαν

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η ίδρυση της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής, η οποία ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 της Σύμβασης. Υποχρέωση της επιτροπής ήταν ο καθορισμός του τρόπου μετακίνησης των πληθυσμών και ο υπολογισμός της αξίας της ακίνητης περιουσίας τους. Φυσικά, το έργο της αποζημίωσης ήταν χρονοβόρο και κάποιοι δεν την έλαβαν ποτέ ή έλαβαν ένα μικρό ποσοστό. Παράλληλα ιδρύθηκαν και άλλοι οργανισμοί που συνέβαλαν εξίσου στο τεράστιο έργο της περίθαλψης και αποκατάστασης των ανταλλαξίμων. Κάποιοι από αυτούς ήταν η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων και το Υπουργείο Πρόνοιας και Αντιλήψεως.

Η αποκατάσταση των προσφύγων

Πέρα από το ζήτημα της αποζημίωσης οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν και το πρόβλημα της αποκατάστασης, το οποίο δεν ήταν καθόλου εύκολο. Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν προετοιμασμένη να υποδεχτεί τόσο μεγάλο αριθμό προσφύγων, καθώς δεν υπήρχαν και οι κατάλληλες εγκαταστάσεις στέγασης. Για όσους εγκαταστάθηκαν σε αγροτικές περιοχές η κατάσταση ήταν πιο ομαλή. Η εγκατάσταση έγινε κυρίως σε εγκαταλελειμμένα χωριά και σε νέους συνοικισμούς προσαρτημένους σε χωριά. Η ΕΑΠ προχώρησε άμεσα στην ανέγερση νέων οικιών.

Από την άλλη πλευρά, η αποκατάσταση στα αστικά κέντρα ήταν προβληματική. Ο αριθμός των προσφύγων ήταν μεγαλύτερος και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι στις πόλεις ήταν λιγότερα. Τα προγράμματα ανέγερσης οικιών καθυστερούσαν συμπεριλαμβανομένου της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας εκείνη την περίοδο. Πολλοί αναγκάστηκαν να μείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε καλύβες και χαμόσπιτα.

Παρά την πολιτική αστάθεια και τη κακή οικονομική κατάσταση της χώρας κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930, η Ελλάδα κατάφερε να αποκαταστήσει και ενσωματώσει τους πρόσφυγες. Η εγκατάστασή τους επηρέασαν πολλούς τομείς της καθημερινής ζωής, διαμορφώνοντας τη σημερινή ελληνική ταυτότητα.

Αρχικά, αυξήθηκε ο γενικός πληθυσμός και συνεπώς η άφιξη των προσφύγων συνέλαβε καθοριστικά στην ομοιογένεια της χώρας. Η οικονομία βελτιώθηκε επειδή πολλοί πρόσφυγες ασχολήθηκαν με τη γεωργική παραγωγή και την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών.

Επιπλέον, η βιομηχανία ενδυναμώθηκε με νέο, εξειδικευμένο και φθηνό εργατικό δυναμικό. Ωστόσο, πρόσφεραν τις εμπειρίες και τις γνώσεις τους και σε άλλους τομείς όπως το εμπόριο και η εκπαίδευση. Τέλος, η συμβολή των προσφύγων ήταν σημαντική τόσο στον χώρο της μουσικής με το ρεμπέτικο τραγούδι, όσο και στον χώρο των γραμμάτων και της τέχνης.

Γεωργία Γαϊδατζή, Δημοσιογράφος

Share this!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *